ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Στρατηγική για τα «κόκκινα» δάνεια

eforia3oures

Η αλλαγή που έχει επέλθει στον τομέα των «κόκκινων» δανείων θα πρέπει να ιδωθεί συνολικά και σε σχέση με τις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, καθώς και τις γενικότερες τροποποιήσεις του θεσμικού πλαισίου. Η υπερχρέωση του νεοέλληνα οφείλεται σε αρκετά μεγάλο βαθμό στην ανευθυνότητα που επέδειξαν για μακρό χρονικό διάστημα τα πιστωτικά ιδρύματα εκχωρώντας δάνεια, ιδίως καταναλωτικά, χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις.

Στην περίπτωση των στεγαστικών δανείων εξασφαλίζονταν με την προσημείωση υποθήκης στα ακίνητα όχι μόνο όσα αγοράζονταν διαμέσου του τραπεζικού δανεισμού, αλλά και σε οποιοδήποτε ακίνητο διέθετε ο οφειλέτης ή ο εγγυητής του. Δημιουργήθηκε λοιπόν ένας φαύλος κύκλος.

Υπό το πρίσμα αυτό, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ο Ν. 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) θεσπίστηκε για να θεραπεύσει ένα κοινωνικό φαινόμενο που διογκωνόταν μέσα στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης. Είχε συνεπώς συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και είναι σίγουρο ότι ο νομοθέτης της περιόδου δεν προέβλεψε το μακρό διάστημα της θέσης σε κατάσταση ομηρίας του αδύναμου δανειολήπτη εξαιτίας της συμφόρησης των υποθέσεων αυτών στα κατά τόπους ειρηνοδικεία.

Η διαπίστωση του προβλήματος που παρουσιάστηκε κατά την εφαρμογή του νόμου Κατσέλη οδήγησε στον Ν. 4161/2013 με τον οποίο εισήχθησαν κυρίως εισοδηματικά κριτήρια για την παροχή προστασίας της πρώτης κατοικίας. Επιπλέον προβλέφθηκε η δυνατότητα τετραετούς περιόδου χάριτος, δηλαδή επίτευξη συμφωνίας με την τράπεζα, για μείωση της δόσης και επιμήκυνση του δανείου. Ωστόσο η διαφορά που προέκυπτε κεφαλαιοποιούνταν και έτσι αυξανόταν τελικά το ποσό του δανείου.

Κατόπιν δημοσιεύτηκε ο Κώδικας Δεοντολογίας των τραπεζών, που περιελάμβανε ουσιαστικά διάφορες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη ρύθμιση των δανείων. Στο «εργαλείο» αυτό κεντρική θέση έχουν οι έννοιες του συνεργάσιμου δανειολήπτη και των ευλόγων δαπανών διαβίωσης. Ωστόσο η ρύθμιση προτείνεται να γίνεται μόνο παρουσία του δανειολήπτη, επί προτάσεως που τίθεται μόνο από την τράπεζα. Προτείνεται λοιπόν μια μονομερής ενέργεια που εκβιάζει τον δανειολήπτη να δεχθεί χωρίς καμία δυνατότητα διαπραγμάτευσης τις προτάσεις του πιστωτικού ιδρύματος.

Ο Ν. 4336/2015 επιχείρησε να μειώσει τον χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ της κατάθεσης της αίτησης στο ειρηνοδικείο και της εκδίκασης της υπόθεσης και προσδιορίστηκε ο χρόνος αυτός στο ένα έτος. Παράλληλα, θεσπίστηκε η επικαιροποίηση των στοιχείων που τηρούνται για κάθε αιτούντα δανειολήπτη. Εγινε προσπάθεια ομαδοποίησης και συγκέντρωσης των οφειλών του δανειολήπτη και συμπεριλήφθηκαν μαζί με τις οφειλές στα πιστωτικά ιδρύματα και αυτές στο Δημόσιο ή στα ασφαλιστικά ταμεία.

Ωστόσο όλες αυτές οι προτάσεις δεν βοήθησαν ούτε στην οριστική διευθέτηση του προβλήματος της υπερχρέωσης ούτε και στην αποσυμφόρηση των ειρηνοδικείων, άρα ούτε και στην απονομή δικαιοσύνης.

Ο νέος νόμος εισάγει την απομείωση του δανείου, υπό προϋποθέσεις, αφού όλες οι ρυθμίσεις υπολογίζονται με βάση την εμπορική αξία του ακινήτου. Με την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου υπογραμμίζεται η δυναμική δύο πραγμάτων: 1) του εξορθολογισμού της αξίας και άρα του ύψους του δανείου και κυρίως 2) της προώθησης και εδραίωσης της διαπραγμάτευσης εξωδικαστικώς -μέσω της διαμεσολάβησης-, αντί της δικαστικής διαιώνισης μιας νοσηρής και παθογόνου κατάστασης. Δεν είναι αρκετά γνωστό ότι την ίδια εποχή του Ν. 3869/2010 ψηφίστηκε κι ένας άλλος νόμος στη Βουλή, ο Ν. 3898/2010, που θέσπιζε τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ως έναν τρόπο οριστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών. Η αποσυμφόρηση λοιπόν των ειρηνοδικείων θα επέλθει με την υπαγωγή των υποθέσεων των δανείων στη διαμεσολάβηση. Ωστόσο, δεν είναι ευρέως γνωστό ότι η συμφωνία που επέρχεται μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστός τίτλος, όπως οι δικαστικές αποφάσεις.

Με τη διαμεσολάβηση, λοιπόν, επιτυγχάνεται η εξεύρεση οριστικής λύσης για το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων. Η τήρηση αυτών των αρχών θα κάνει μια για πάντα τη διαφορά υπέρ των πολιτών, αλλά κυρίως θα δώσει στον Ελληνα δανειολήπτη μία πραγματική δεύτερη ευκαιρία.

Η κυβέρνηση μπορεί να αξιοποιήσει αυτό το νέο νομικό «οπλοστάσιο» για να περάσει από τη φάση της διαχείρισης και μετάθεσης του προβλήματος που γίνονταν όλα τα προηγούμενα χρόνια, στη φάση της επίλυσης. Το ίδιο μοντέλο θα μπορούσε με τροποποιήσεις και σε διαφορετική κλίμακα να αξιοποιούνταν και για τα «κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια.

* Η κ. Χριστίνα Χαλανούλη είναι δικηγόρος, διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια ΥΔΔΑΔ.