ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στο νέο υπερταμείο εντάσσεται ο ΟΓΑ

15s21asfalisi

Στο νέο υπερταμείο (ΕΦΚΑ) θα ενταχθεί από την ψήφιση του σχετικού σχεδίου νόμου και ο ΟΓΑ, παρά την περί του αντιθέτου αρχική δέσμευση της κυβέρνησης, ενώ στην άρνηση των δανειστών προσέκρουσε και η ελληνική πρόταση για καθιέρωση, ειδικά για τους αγρότες, μιας μόνιμης κατώτερης ασφαλιστικής κατηγορίας στο 16%. Ετσι, στο σχέδιο του υπουργείου Εργασίας, που είναι σχεδόν έτοιμο και σύμφωνα με τις δημόσιες εξαγγελίες του οικονομικού επιτελείου θα κατατεθεί στη Βουλή εντός της επόμενης εβδομάδας, δύο από τις υποσχέσεις του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα προς τους αγρότες δεν θα περιλαμβάνονται. Η άρνηση των εκπροσώπων των πιστωτών ήταν άμεση και κατηγορηματική, παρά το γεγονός ότι η ελληνική πρόταση προέβλεπε 5ετή μεταβατικότητα για την ένταξη του ΟΓΑ στον ενιαίο υπερφορέα. Την ίδια τύχη είχε και η δυνατότητα επιλογής χαμηλότερου ποσοστού εισφοράς για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες σε ποσοστό 16% αντί για 20%, με αντίστοιχη μάλιστα μείωση της ανταποδοτικής αλλά και της εθνικής σύνταξης. Στο κείμενο που έχει ήδη συμφωνηθεί μεταξύ κυβέρνησης και πιστωτών, εκτός ΕΦΚΑ παραμένουν μόνο οι προνοιακού χαρακτήρα παροχές του ΟΓΑ, καθώς και οι μη συνταξιοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητες του ΝΑΤ.

Παράλληλα και σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Κ», στο τελικό σχέδιο νόμου θα προβλέπεται για τους αγρότες, από 1/1/2021 εισφορά 20% επί του εισοδήματός τους, ανεξάρτητα από τον χρόνο που ασφαλίστηκαν, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο εισόδημα από την ασκούμενη αγροτική δραστηριότητα, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Για το διάστημα από 1/7/215 έως 31/12/2016 το ύψος της μηνιαίας εισφοράς αυξάνεται κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώνεται στο 10% επί των υφιστάμενων ασφαλιστικών κατηγοριών.

Για το 2017 η εισφορά διαμορφώνεται στο 14%, το 2018 αυξάνεται στο 16%, το 2019 στο 18% και το 2020 στο 19%, ώστε από την 1η Ιανουαρίου 2021 και εφεξής να οριστεί στο 20%.

Το αρχικό σχέδιο του υπουργείου Εργασίας, όπως παρουσιάστηκε στους εκπροσώπους των αγροτικών μπλόκων, τον Φεβρουάριο, προέβλεπε ότι το κατώτερο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα δεν θα είναι κάτω του ποσού που αντιστοιχεί στο 80% του κατώτατου μισθού. Ητοι, η εισφορά είτε 20% είτε 16% –ανάλογα με το τι θα επιλέξει ο κατά κύριο επάγγελμα αγρότης– θα έπρεπε να υπολογίζεται επί ποσού 468,8 ευρώ, ώστε να πληρώνει τον μήνα 93,7 ή 75 ευρώ αντίστοιχα. Πλέον, μετά την άρνηση των θεσμών να αποδεχθούν τις δύο προτάσεις της ελληνικής πλευράς, στο υπουργείο Εργασίας καταρτίζουν πρόταση, βάσει της οποίας, μόνο για τους αγρότες, το κατώτατο ασφαλιστέο εισόδημα θα υπολογίζεται επί του 70% του κάθε φορά κατώτατου μισθού. Κατά συνέπεια, το ύψος της κατώτερης μηνιαίας εισφοράς για τους αγρότες καθορίζεται στα 82 ευρώ.

Αλλαγές προβλέπονται, σύμφωνα με πληροφορίες, και όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις για την αύξηση των εισφορών στους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολουμένους. Αναλυτικά, από 1ης Ιανουαρίου 2017 το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για τον κλάδο κύριας σύνταξης για τους ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ και του ΕΤΑΑ (μηχανικούς, δικηγόρους και γιατρούς) ανέρχεται στο 20% επί του μηνιαίου εισοδήματός τους, όπως αυτό καθορίζεται είτε με βάση το φορολογητέο εισόδημα είτε με βάση την καθαρή αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Ως βελτιωτική διάταξη, εξετάζεται το ενδεχόμενο, για τους νέους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολουμένους των δύο Ταμείων να υπάρχει δυνατότητα σταδιακής αύξησης των εισφορών για μεγαλύτερο μεταβατικό διάστημα. Στο αρχικό σχέδιο προβλεπόταν ότι η εισφορά θα ανέρχεται σε ποσοστό 14% για τα πρώτα 2 χρόνια από την πρώτη υπαγωγή στην ασφάλιση, 17% για τα επόμενα 3 χρόνια και να φθάνει το 20% μετά το 5ο έτος. Στη νέα διάταξη, τα μεταβατικά διαστήματα αυξάνονται κατά τουλάχιστον ένα χρόνο.

Παράλληλα, ειδικά για τους επιστήμονες ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ, προβλέπεται νέα βελτιωμένη διάταξη αναφορικά με την έκπτωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 50% για την περίοδο 2017-2019. Αναλυτικά, η έκπτωση της τάξεως του 50% θα ξεκινά από εισοδήματα έως 13.000 ευρώ (έναντι 10.000 ευρώ της αρχικής διάταξης) και θα μειώνεται κατά 1% ανά 1.000 ευρώ.