ΕΡΕΥΝΕΣ

Επιλογή στρατοπέδου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

meta--2
f8--3
f1--7
f4--3
f2--3
f5--2
f6--3
f7--2
f10--2

«Θα σας παράσχουμε όλη τη δυνατή βοήθεια μαχόμενοι εναντίον του κοινού εχθρού και θα μοιραστούμε την κοινή μας νίκη». Ετσι τελείωνε το ένθερμο τηλεγράφημα του Βρετανού πρωθυπουργού προς τον Ελληνα ομόλογο και σύμμαχό του, δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, στις 28 Οκτωβρίου 1940, όταν η Ελλάδα αρνήθηκε να υποκύψει στις ιταλικές φασιστικές προκλήσεις που αξίωναν θρασύτατα από μια ουδέτερη χώρα να παραδώσει αμαχητί και χωρίς διαπραγματεύσεις πάτρια εδάφη. Μια απόφαση που οδήγησε ουσιαστικά στην πρώτη αποφασιστική και νικηφόρα σύρραξη με τον Αξονα. Πέντε χρόνια μετά, με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελλάδα θα βρεθεί, όπως και με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το μέρος των νικητών.

Ωστόσο, η επιλογή ένταξης της Ελλάδας, μιας χώρας υπό δικτατορικό καθεστώς, στη βρετανική σφαίρα επιρροής προπολεμικά αλλά και στη διάρκεια του πολέμου, μαχόμενη εναντίον του «κοινού εχθρού», δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά.

Εξωτερική πολιτική της «Τετάρτης Αυγούστου»

Οι φιλογερμανικές θέσεις και αντιλήψεις του Ιωάννη Μεταξά, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί έως τα τέλη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και είχαν σχέση με την εκπαίδευσή του στην προπολεμική Γερμανία, την προσήλωσή του στον γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο και την πίστη του στη στρατιωτική υπεροχή της Γερμανίας, προσδιόριζαν σε μεγάλο βαθμό την ιδεολογική του ταυτότητα αλλά και το χαρακτήρα της «Τετάρτης Αυγούστου». Επιπλέον, την εποχή αυτή η ελληνική εξωτερική πολιτική δέχεται ισχυρές πιέσεις από τη γερμανική πλευρά λόγω της μεγάλης οικονομικής εξάρτησής της από το Βερολίνο, που απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της. Ως εκ τούτου θα ήταν απόλυτα κατανοητή και αναμενόμενη η ένταξη της χώρας στη γερμανική σφαίρα επιρροής.

Μια ερμηνευτική προσέγγιση στο «παράδοξο» φαινόμενο που αφορά στην ελληνοβρετανική σύμπνοια τις παραμονές και κατά τη διάρκεια του πολέμου θα μπορούσε να αναζητηθεί στο ρόλο του βασιλέα Γεωργίου Β΄ στην εγκαθίδρυση και τη διατήρηση του καθεστώτος της «Τετάρτης Αυγούστου». Η παλινόρθωση της μοναρχίας τον Νοέμβριο του 1935 στο θρόνο της Ελλάδας, μετά από μακρόχρονη παραμονή του Γεωργίου Β΄στο Λονδίνο, είχε ικανοποιήσει τη Βρετανία, που είδε στο πρόσωπο του βασιλιά έναν χρήσιμο φίλο που θα διευκόλυνε την προσέγγιση των δύο χωρών και θα προωθούσε τις ελληνοβρετανικές εμπορικές σχέσεις που είχαν πληγεί λόγω της οικονομικής διείσδυσης της Γερμανίας. Ως εκ τούτου η συμβολή του Γεωργίου Β΄ στη διαμόρφωση της φιλοβρετανικής εξωτερικής πολιτικής του μεταξικού καθεστώτος παρουσιαζόταν ως καθοριστική και συνεπαγόταν «αναγκαστικά» την ταύτιση απόψεων του βασιλιά και του πρωθυπουργού του, διασφαλίζοντας έτσι τη διατήρηση του «γερμανόφιλου» Μεταξά στην εξουσία. Ωστόσο η παραδοχή του «κατ’ ανάγκην» εξωτερικού φιλοβρετανικού προσανατολισμού της «Τετάρτης Αυγούστου» ακυρώνεται από τον ίδιο τον Μεταξά, καθώς τον Μάρτιο του 1934, δύο χρόνια πριν από την επιβολή της δικτατορίας του, στο μυστικό Συμβούλιο Αρχηγών με αντικείμενο τη συζήτηση για το Βαλκανικό Σύμφωνο θα εκφράσει την προσήλωσή του στη βρετανική φιλία δηλώνοντας: «Η Ελλάς δύναται να θέσει ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου εις το οποίον θα ευρίσκετο η Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο να το θεωρήσωμεν ως δόγμα. Εγώ τουλάχιστον το ασπάζομαι», ενώ στις 22 Απριλίου 1936 μιλώντας στη Βουλή ο πρωθυπουργός Μεταξάς θα τονίσει «την πατροπαράδοτον πίστιν του λαού προς την ελληνοβρετανικήν φιλίαν». Η στάση του αυτή θα αποτελέσει σταθερό δόγμα καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής του και θα καθορίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό το μέλλον της χώρας.

Το καλοκαίρι του 1936, όταν ο Μεταξάς εγκαθίδρυσε ελέω Γεωργίου Β΄ τη δικτατορία της «Τετάρτης Αυγούστου», είχαν ήδη ξεκινήσει οι ριζικές μεταβολές στο συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη. Η εδαφική επέκταση της Ιταλίας στην Αφρική και η αυξανόμενη επιθετικότητα της Γερμανίας με την επαναστρατικοποίηση της Ρηνανίας έθεταν σε αμφισβήτηση τις συμφωνίες που είχαν υπογράψει τα κράτη της νοτιοανατολικής Ευρώπης τα προηγούμενα χρόνια. Το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934, παρά τις προσπάθειες των εμπλεκόμενων κρατών, είχε αρχίσει να ατονεί εντείνοντας τις φυγοκεντρικές τάσεις των μελών του, που προσέβλεπαν πλέον σε μια πιθανή ένταξή τους στους νέους συσχετισμούς (Αξονας και αγγλογαλλική συμμαχία). Οι ανεπιτυχείς προσπάθειες του Μεταξά για ουσιαστική ανανέωσή του και οι καταιγιστικές εξελίξεις στην Ευρώπη ιδιαίτερα μετά την προσάρτηση της Αυστρίας τον Μάρτιο του 1938 και την υπογραφή της Συνθήκης του Μονάχου τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, που οδήγησε στο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας, δημιουργούν έντονη ανησυχία στην ελληνική κυβέρνηση, που προβαίνει στην αναζήτηση συμμάχων, ενώ παράλληλα εντείνει την αμυντική προετοιμασία της χώρας. Παρά τις ιδεολογικές του καταβολές και την οικονομική εξάρτηση της χώρας από τη Γερμανία, ο Μεταξάς, πιστός στο δόγμα της φιλοβρετανικής σύμπνοιας που του επέβαλλαν η γεωπολιτική και η στρατιωτική του θεώρηση αλλά και το προσωπικό του συμφέρον, στρέφεται στη Βρετανία, τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη, τη φίλη από παλιά και σύμμαχο χώρα, για βοήθεια.

Η επίσημη πρότασή του στις 20 Οκτωβρίου 1938 για τη σύναψη συμμαχίας με τη Βρετανία απορρίφθηκε από τον Βρετανό πρεσβευτή, καθώς η Βρετανία δεν επιθυμούσε την εποχή αυτή να υπογράψει δεσμευτικές συμφωνίες και να παρέχει εγγυήσεις στην Ελλάδα οι οποίες θα επιδείνωναν τις ήδη τεταμένες σχέσεις της με την Ιταλία και θα έθεταν σε κίνδυνο το ναυτικό status quo στη Μεσόγειο. Την επόμενη ημέρα ο Μεταξάς δήλωνε εμφατικά ότι η χώρα θα «μείνει αυστηρώς ουδετέρα». Οταν τα ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αλβανία τον Απρίλιο του 1939 και η απειλή προς την Ελλάδα ήταν πλέον έκδηλη, η Βρετανία και η Γαλλία μετά από επανειλημμένες πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης «εγγυώνταν» την ανεξαρτησία της Ελλάδας, που δήλωνε αποφασισμένη να αγωνισθεί «μέχρις εσχάτων» σε περίπτωση παραβίασης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Παρόλο που οι εγγυήσεις αυτές ήταν στην ουσία συμβολικές χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις για παροχή στρατιωτικής βοήθειας σε περίπτωση ιταλικής απειλής, η ελληνική εξωτερική πολιτική παρέμεινε στο πλαίσιο της πολιτικής της ουδετερότητας, που εκπορευόταν ουσιαστικά από τη θέληση της Βρετανίας. Η πολιτική αυτή, που θα μπορούσε να αποδοθεί με την περιγραφή «είμαστε ουδέτεροι για όσο καιρό η Αγγλία επιθυμεί να είμαστε ουδέτεροι», ήταν σαφέστατα ενταγμένη στη συμμαχική τροχιά της Βρετανίας και της Γαλλίας.

Πόλεμος με τον Άξονα

Μετά την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και παρά τις προσπάθειες ανανέωσης του ελληνοϊταλικού Συμφώνου Φιλίας του 1928, που συνεπαγόταν και συμφωνία μη επίθεσης, οι ιταλικές προκλήσεις εναντίον της χώρας κλιμακώνονται. Την ίδια ώρα, ο Μεταξάς με μια σειρά πρωτοβουλιών στο στρατιωτικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο και με δηλώσεις όπως «σε οποιεσδήποτε ενέργειες προβαίνει η Ελλάδα, αυτές είναι πάντα με τη συγκατάθεση της Βρετανίας και συχνά μετά από δική της απαίτηση» εξετίθετο ολοένα και περισσότερο στις φασιστικές δυνάμεις, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ουσιαστική στρατιωτική κάλυψη από τον αγγλογαλλικό συνασπισμό.

Η έξοδος της Ιταλίας στον πόλεμο το καλοκαίρι του 1940 και η κατάρρευση της Γαλλίας βρίσκει την Ελλάδα προσηλωμένη στην πολιτική της αυστηρής ουδετερότητας· πολιτική που δεν αποτρέπει ωστόσο τα αλλεπάλληλα απειλητικά διαβήματα της Ιταλίας για δήθεν χρησιμοποίηση των ελληνικών λιμανιών από τον βρετανικό στόλο και τις επιθέσεις εναντίον ελληνικών πλοίων, που κορυφώνονται με τον τορπιλισμό της «Ελλης» στις 15 Αυγούστου 1940.

Παρά την αυτοσυγκράτηση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στην κλιμάκωση της ιταλικής προκλητικότητας, ο Μεταξάς δεν έχει αυταπάτες: «Φαίνεται πλέον καθαρά ότι ο Αξων έχει κακούς σκοπούς εναντίον της πατρίδος μας». Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο η ελληνική κυβέρνηση, χωρίς ουσιαστική βρετανική βοήθεια, με την Ιταλία να κατατροπώνει τους Βρετανούς στην Αφρική και τη Γερμανία να απειλεί την Αγγλία με απόβαση, είχε δύο επιλογές: ή να υποκύψει στις πιέσεις και αξιώσεις της Ιταλίας ή να υλοποιήσει την «τρομεράν αποφασίν της» και να αντιμετωπίσει μόνη της την επερχόμενη ιταλική απειλή, συντασσόμενη ουσιαστικά με τη Βρετανία, τη μόνη χώρα σε πόλεμο με τον Αξονα.

Το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου ο Ιωάννης Μεταξάς απέρριψε την ιταλική νότα που ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση το δικαίωμα «να καταλάβη διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων» στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους, επικαλούμενη την ευθύνη της Αγγλίας «διά την κατάστασιν ταύτην», σηματοδοτώντας έτσι την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Η ιταλική επίθεση βρήκε την ελληνική ηγεσία και τον λαό ενωμένο, προετοιμασμένο και αποφασισμένο να πολεμήσει «έστω και χωρίς καμίαν ελπίδα νίκης». Με ένα εκτεταμένο αμυντικό πρόγραμμα η κυβέρνηση Μεταξά κατάφερε από τις πρώτες κιόλας μέρες να αντιπαρατάξει στα ιταλικά στρατεύματα μια καλά οργανωμένη και αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη, ελπίζοντας παράλληλα στην εμπράγματη έκφραση της βρετανικής αλληλεγγύης.

Δύο μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου, ο Μεταξάς καλεί τους αρχισυντάκτες και τους ιδιοκτήτες των αθηναϊκών εφημερίδων και σε μια ιστορική ομιλία αποκαλύπτει τα γεγονότα που οδήγησαν στην απόρριψη του τελεσιγράφου, τονίζοντας εμφατικά τη στρατηγική της Ελλάδας στον πόλεμο αυτό, που ήταν συνυφασμένη με τη στρατηγική της Βρετανίας, στην οποία ως φαίνεσθαι έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες του αλλά και τη βεβαιότητα για νίκη.

«Μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας, η πολιτική την οποίαν ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου. Διότι είναι η πολιτική του συντονισμού της Ελλάδος με την τύχην της Δυνάμεως διά την οποίαν η θάλασσα είναι ανέκαθεν όπως είναι και διά την Ελλάδα, όχι το εμπόδιον που χωρίζει, αλλά η υγρά λεωφόρος που ενώνει […] η μεταπολεμική πολιτική των τελευταίων ιδίως ετών είναι πολιτική μεγίστων και ιστορικών αγγλικών ευθυνών. Διά την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένως εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε και η μόνη προστάτρια. Η νίκη θα είναι δική της».

Παρά τις δυσκολίες των πρώτων ημερών, η πρωτοβουλία των πολεμικών επιχειρήσεων περιήλθε στις ελληνικές δυνάμεις, που μετά από γενική επίθεση τον Νοέμβριο αρχίζουν να απελευθερώνουν πόλεις με ελληνικό πληθυσμό, με πρώτη την Κορυτσά. Ο ελληνικός στρατός προελαύνει νικηφόρος παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τις μεγάλες ελλείψεις σε πολεμοφόδια, την ώρα που η Βρετανία κωφεύει στις εκκλήσεις του Μεταξά για αποστολή πολεμικού υλικού και προτείνει την αποστολή βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα.
Η πρόταση απορρίπτεται από τον Μεταξά, που θεωρεί τις προτεινόμενες δυνάμεις ανεπαρκείς να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη γερμανική εισβολή, αντίθετα θα προκαλούσαν τους Γερμανούς εμπλέκοντας τη χώρα στην ευρύτερη πολεμική σύρραξη. Κατηγορηματικά αντίθετο τον βρίσκουν και οι προσπάθειες των γερμανόφιλων υποστηρικτών, όπως του Ραγκαβή και του πατέρα της Φρειδερίκης, για μεσολάβηση του Χίτλερ στην ελληνοϊταλική διένεξη, δηλώνοντας «καλλίτερα να αποθάνωμεν». Για τον ίδιο τον Μεταξά αυτό θα ερχόταν στις 29 Ιανουαρίου 1941. Λίγες μέρες πριν δήλωνε και πάλι αποφασισμένος να αποκρούσει «ενδεχομένην γερμανικήν επίθεσιν (…) αλλ’ ουδόλως επιθυμούμεν να την προκαλέσωμεν, εκτός εάν η μεγάλη Βρετανία θα ηδύνατο να μας παράσχη εις Μακεδονίαν την απαιτουμένην βοήθειαν».

Η επιλογή του Ελληνα δικτάτορα να παρακάμψει τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις και να αντιταχθεί στον Αξονα στο πλευρό της Αγγλίας και οι νικηφόρες επιχειρήσεις των Ελλήνων θα αποδειχθούν καθοριστικές τόσο σε στρατηγικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Ανακόπτεται η μεταφορά ιταλικών δυνάμεων στην Αφρική, όπου οι βρετανικές δυνάμεις δοκιμάζονταν σκληρά, και αναστέλλεται η προσχώρηση γειτονικών δυνάμεων, όπως η Γιουγκοσλαβία, στον Αξονα. Αλλά κυρίως αντιστρέφεται η εικόνα του αήττητου των δυνάμεων του Αξονα. Μια μικρή χώρα στο μέσον μιας ανίσχυρης κατακτημένης Ευρώπης έστελνε μηνύματα θάρρους, αποφασιστικότητας και αντίστασης εναντίον των δυνάμεων του ολοκληρωτισμού και προδιέγραφε το μέλλον της με το μέρος των νικητών.

Συνέχιση του πολέμου μετά την πτώση της Ελλάδας

Ωστόσο η ιταλική αδυναμία και το ενδεχόμενο να καταστεί η χώρα βρετανικό προγεφύρωμα στα Βαλκάνια τοποθέτησαν τη χώρα στο στόχαστρο της Γερμανίας, που εισέβαλε στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941. Είχαν προηγηθεί ατελείωτες διαβουλεύσεις της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας με τους Βρετανούς ομολόγους τους για την εκπόνηση κατάλληλης στρατηγικής αντιμετώπισης του εισβολέα, που αποδείχθηκαν απελπιστικά ανεπαρκείς. Η κατάρρευση του Μετώπου θα οδηγήσει τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή στην αυτοκτονία, ενώ ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου, παραβιάζοντας τη ρητή εντολή του επιτελείου για αντίσταση, συνθηκολογεί με τους Γερμανούς. Ο βασιλιάς με τον νέο πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό και το μεγαλύτερο μέρος του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος μεταφέρονται στην Κρήτη. Η ηρωική αντίσταση της Κρήτης δεν ανακόπτει την προέλαση των Γερμανών και η ελληνική κυβέρνηση καταφεύγει στην Αίγυπτο και κατόπιν στο Λονδίνο. Θα παραμείνει σε εδάφη υπό βρετανική κυριαρχία καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, παρόλο που δεν αντλούσε την εξουσία της από τη λαϊκή εντολή, αποτελούσε τη διεθνώς αναγνωρισμένη ελληνική κυβέρνηση. Τον Ιούνιο ιδρύεται υπό τη βρετανική επίβλεψη το Αρχηγείο Ελληνικού Στρατού Μέσης Ανατολής, το οποίο προχώρησε στην οργάνωση της πρώτης ελληνικής ταξιαρχίας με οπλίτες και αξιωματικούς που έφθαναν από την κατεχόμενη Ελλάδα και με πολεμικό υλικό προερχόμενο κυρίως από τη Βρετανία. Η δράση των δυνάμεων αυτών στο πλευρό των Συμμάχων αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική σε πολεμικές επιχειρήσεις όπως στο Ελ Αλαμέιν, σε αποβατικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο και στη μάχη του Ρίμινι. Τον Μάρτιο του 1942, με διμερή συμφωνία οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις τίθενται υπό το Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Την ίδια ώρα, οι πράξεις αντίστασης εναντίον του Γερμανού κατακτητή στην Ελλάδα εντείνονται, καθώς χιλιάδες μαχητές οργανώνονται σε αντιστασιακές ομάδες όπως το ΕΑΜ, ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ, που υπάγονται αρχικά στη δικαιοδοσία του Συμμαχικού Στρατού Μέσης Ανατολής. Συγχρόνως, βρετανική αποστολή υπό τον συνταγματάρχη Μάγιερς φτάνει στην Ελλάδα και με τη βοήθεια των αντιστασιακών οργανώσεων προβαίνει σε επιχειρήσεις εναντίον του εχθρού, όπως η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, προμηθεύοντας το αντιστασιακό κίνημα με όπλα, προμήθειες και χιλιάδες χρυσές λίρες. Η βρετανική ανάμειξη στα ελληνικά πράγματα παραμένει έντονη, παίζοντας πρωτεύοντα ρόλο στη διατήρηση της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, την οποία ελέγχει πλήρως. Την ίδια ώρα, προκρίνει την επιστροφή του «αφοσιωμένου φίλου» Γεωργίου Β΄, που βρίσκεται πλέον στο Λονδίνο, στη μεταπολεμική Ελλάδα ως αναντικατάστατο μέσο για τη συνέχιση άσκησης της βρετανικής επιρροής και τον έλεγχο της χώρας, γεγονός που προκαλεί έντονες αντιδράσεις στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων.

Καθώς διαγράφεται πλέον η προοπτική νίκης εναντίον του Αξονα, αρχίζουν να διαφαίνονται έντονα τα σημάδια σύγκρουσης των δύο μεταπολεμικών κόσμων: της Δύσης και της Σοβιετικής Ενωσης για τις σφαίρες επιρροής της μεταπολεμικής Ευρώπης. Η παρέμβαση της Βρετανίας στα ελληνικά πράγματα αλλά και η αυξανόμενη αντιπαράθεση των αντιστασιακών δυνάμεων στην Ελλάδα, που εξελίσσεται σε ένοπλη σύρραξη, προκαλεί σημαντικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, που κατέληξαν σε ταραχές στο στράτευμα με κορυφαία το κίνημα του Απριλίου 1944 και τη σκληρή καταστολή του. Ενα μήνα μετά, με πρωτοβουλία των Αγγλων, λαμβάνει χώρα στον Λίβανο πανεθνική διάσκεψη μεταξύ της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και αντιπροσώπων των αντιστασιακών οργανώσεων, που καταλήγει, με πολλές ενστάσεις από μέρους του ΕΑΜ, στο σχηματισμό νέας εξόριστης κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου που απολαύει της βρετανικής υποστήριξης. Σύμφωνα με το Σύμφωνο της Καζέρτας, που υπογράφεται τον Σεπτέμβριο του 1944 μεταξύ των Βρετανών αξιωματούχων, του Ελληνα πρωθυπουργού και των αρχηγών των αντιστασιακών ομάδων, όλες οι αντάρτικες δυνάμεις που δρούσαν στην Ελλάδα ετίθεντο υπό τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπυ, που θα ηγούνταν των βρετανικών απελευθερωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα.

Στις 12 Οκτωβρίου 1944 η γερμανική σημαία υποστέλλεται στην Ακρόπολη και η Ελλάδα μετά από μια επώδυνη και καταστροφική Κατοχή είναι ελεύθερη. Λίγες μέρες μετά, οι πρώτες βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις εισέρχονται στην Αθήνα και γίνονται αντικείμενο ενθουσιώδους υποδοχής από τον λαό. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, που γνώριζε τη στρατιωτική υπεροχή του ΕΑΜ στην ελληνική ύπαιθρο, ήλπιζε ότι η βρετανική στρατιωτική παρουσία θα δρούσε σαν δικλίδα ασφαλείας και θα περιόριζε τον κίνδυνο μιας ένοπλης ανάφλεξης μέχρι την εξομάλυνση των εντάσεων και τη μετάβαση της χώρας σε μια ομαλή μεταπολεμική κατάσταση. Στις 18 Οκτωβρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου, γνώστης των αποφάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων (σύμφωνο ποσοστών) για τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια, επιστρέφει σε μια κατακερματισμένη πατρίδα με τη συνοδεία βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Ωστόσο οι τεράστιες εντάσεις και ιδεολογικές διαφορές που είχαν γιγαντωθεί μέσα στην Κατοχή μαζί με τις ξένες παρεμβάσεις που είχαν προδιαγράψει το μέλλον της χώρας οδήγησαν στα βίαια και αιματηρά γεγονότα του Δεκεμβρίου. Μέσα σε αυτό το κλίμα απόλυτης πόλωσης και επίπονου εθνικού διχασμού, με την Ελλάδα να αποτελεί το κέντρο ενός παγκόσμιου γεωπολιτικού και ιδεολογικού ανταγωνισμού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, γνώστης και εντολοδόχος μιας σκληρής πραγματικότητας, επιλέγει να κρατήσει τη χώρα στη βρετανική σφαίρα επιρροής: μια επιλογή που θα καθορίσει την εξωτερική πολιτική της χώρας για το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολεμικής περιόδου.

*Η Μαρίνα Πετράκη είναι ιστορικός