ΕΡΕΥΝΕΣ

Στρατηγικές νίκης και ήττας στον 20ό αιώνα

stratigikes-nikis-kai-ittas-ston-20o-aiona-2084069

Λόγω του τωρινού ανοίγματος μιας ψαλίδας ολοένα και μεγαλύτερης στην ελληνοτουρκική στρατηγική ισορροπία εις βάρος της Ελλάδας, καθίσταται ιδιαίτερα επιτακτική η άντληση συμπερασμάτων από τις στρατηγικές νίκης και ήττας της χώρας μας στο παρελθόν.

Το άνοιγμα της ψαλίδας στην ελληνοτουρκική στρατηγική ισορροπία φαίνεται από το γεγονός ότι το ελληνικό ΑΕΠ από περίπου τέσσερα πέμπτα του τουρκικού ΑΕΠ το 1979 είχε πέσει περίπου στο ήμισυ το 2005 και σήμερα έχει φτάσει περίπου στο ένα τέταρτο. Παρομοίως οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες από 58,2% των τουρκικών αμυντικών δαπανών το 2005 έπεσαν στο 31,1% το 2013.

Η ψαλίδα αυτή δεν είναι αντιστρέψιμη βραχυπρόθεσμα. Μόνο αν η ελληνική οικονομία αποκτήσει μακροπρόθεσμα ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, θα αρχίσει να μειώνεται η διαφορά στην ελληνοτουρκική στρατηγική ισορροπία.

Επομένως στην παρούσα φάση θα πρέπει να αντιμετωπισθεί η συνεπαγόμενη στρατηγική τρωτότητα της χώρας μας έναντι της Τουρκίας μέσω εξωτερικής εξισορρόπησης, δηλαδή μέσω των διεθνών ερεισμάτων μας. Αυτό προϋποθέτει από πλευράς της πολιτικής ηγεσίας μας ορθή διάγνωση των τάσεων στον διεθνή καταμερισμό ισχύος και κατανόηση της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής θέσης της χώρας μας, ώστε να μπορέσει να εκμεταλλευτεί τις συμμαχίες μας και άλλες ευκαιρίες που θα παρουσιασθούν.

Η εξωτερική εξισορρόπηση μιας απειλής συνεπάγεται κινήσεις σε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά στη διπλωματία, που επιδιώκει να πείσει άλλες δυνάμεις ότι τις συμφέρει με βάση τα δικά τους εθνικά συμφέροντα να συμπράξουν με την Ελλάδα. Ο δεύτερος αφορά στη διεθνή νομιμοποίηση, την προσπάθεια δηλαδή να αντλήσουμε την υποστήριξη άλλων δυνάμεων λόγω του ότι η πολιτική μας είναι συμβατή με το διεθνές δίκαιο, τις κυρίαρχες αξίες της εποχής μας και υποστηρίζεται από τη διεθνή κοινή γνώμη.

Ο πρώτος από τους δύο αυτούς άξονες  τείνει να δημιουργεί ισχυρότερα κίνητρα υποστήριξης της Ελλάδας από άλλες δυνάμεις, στο πλαίσιο ενός διεθνούς συστήματος στο οποίο το κάθε κράτος τείνει συνήθως να μεριμνά πρωτίστως για τα εθνικά συμφέροντά του και δευτερευόντως για το γενικότερο καλό.

Η Ελλάδα και οι απαιτήσεις του διεθνούς συστήματος τον 20ό αιώνα

Εξετάζοντας την ιστορική εμπειρία της Ελλάδας, ο πόλεμος του 1897 είναι προφανές παράδειγμα προς αποφυγήν, καθώς η χώρα μας ξεκίνησε πολεμική αναμέτρηση με την παρακμάζουσα μεν αλλά τάξεις μεγεθών μεγαλύτερη Οθωμανική Αυτοκρατορία χωρίς να εξασφαλίσει καμία υποστήριξη από τρίτες δυνάμεις.

Ο Βενιζέλος αντιθέτως εξασφάλισε ισχυρά στοιχεία εξωτερικής εξισορρόπησης πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Πρώτον, διέγνωσε τη σημασία να συμπράξει η Ελλάδα με τη θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρετανία. Η ευκαιρία παρουσιάσθηκε όταν η Βρετανία μετέφερε ναυτικές δυνάμεις της από τη Μεσόγειο στη Βόρεια Θάλασσα λόγω των γερμανικών ναυτικών εξοπλισμών. Ως εκ τούτου χρειαζόταν νέους συμμάχους στη Μεσόγειο. Η Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς μια βρετανική ναυτική βάση στα Επτάνησα μπορούσε να εμποδίσει την έξοδο του αυστροουγγρικού στόλου από την Αδριατική στην ευρύτερη Μεσόγειο.

Το όφελος για την Ελλάδα από τη σύμπραξη με τη Βρετανία ήταν η βρετανική ναυτική αποστολή υπό τον αντιναύαρχο Tufnell, που το 1911-12 εκσυγχρόνισε το Πολεμικό Ναυτικό μας σύμφωνα με τα πρότυπα του ισχυρότερου Ναυτικού της εποχής. Ο Βενιζέλος φρόντισε επιπλέον να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Βρετανίας για την απελευθέρωση των νήσων του Βορειοανατολικού Αιγαίου, ώστε να μην αντιδράσουν εναντίον μας άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως για παράδειγμα η Ιταλία, που μόλις είχε αποκτήσει τα Δωδεκάνησα.

Δεύτερον, ο Βενιζέλος εξασφάλισε τη συμμετοχή της Ελλάδας στη συμμαχία της Βουλγαρίας και της Σερβίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αρχικά η Σόφια και το Βελιγράδι ήθελαν να προχωρήσουν χωρίς την Ελλάδα, για να πάρουν μόνες τους τα λάφυρα των οθωμανικών Βαλκανίων. Η ναυτική ισχύς της Ελλάδας, όμως, ήταν απαραίτητη για να εμποδίσει την έγκαιρη μεταφορά των καλύτερων οθωμανικών στρατιών από τη Συρία και τη Μικρά Ασία στα Βαλκάνια. Η κυριαρχία του Πολεμικού Ναυτικού στο Αιγαίο το 1912-13 αποδείχθηκε αποφασιστική όχι μόνο για την απελευθέρωση των νήσων του Βορειοανατολικού Αιγαίου, αλλά και για την έκβαση των χερσαίων επιχειρήσεων στη Μακεδονία.

Ο εθνικός διχασμός κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέδειξε για ακόμη μία φορά -είχαν προηγηθεί ανάλογες εξελίξεις κατά τη δεκαετία του 1850- την τρωτότητα της Ελλάδας σε ναυτικές επιθέσεις και αποκλεισμούς από την εκάστοτε θαλασσοκράτειρα μεγάλη δύναμη. Η Βρετανία με τη Γαλλία μπόρεσαν εύκολα με ναυτικές επιθέσεις και αποκλεισμό να ανατρέψουν το βασιλικό καθεστώς της Αθήνας. Η Γερμανία θα μπορούσε να πλήξει αντίστοιχα το βενιζελικό καθεστώς της Θεσσαλονίκης μόνο έπειτα από αποφασιστική νίκη της στα κεντρικά μέτωπα του πολέμου.

Τα αίτια της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι πολύπλοκα. Σίγουρα πάντως συνέβαλε η επιστροφή του βασιλικού καθεστώτος το 1920, που είχε συγκρουσθεί με τις νικήτριες δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τρία χρόνια νωρίτερα. Η Γαλλία και η Ιταλία άλλαξαν πολιτική και άρχισαν να υποστηρίζουν υλικά τον Κεμάλ, ενώ η υποστήριξη της Βρετανίας στην Ελλάδα έγινε πιο χλιαρή.

Κατά την περίοδο 1936-38, όταν τα σύννεφα του επερχόμενου πολέμου είχαν αρχίσει να διαφαίνονται, ο Μεταξάς δήλωνε ότι λόγω της γεωγραφίας της δεν μπορούσε η Ελλάδα να βρεθεί αντίπαλη με τη θαλασσοκράτειρα Βρετανία. Ο Μεταξάς προτιμούσε να μείνει η Ελλάδα ουδέτερη σε έναν νέο ευρωπαϊκό πόλεμο, επιδίωξε ωστόσο μια πολιτική προσέγγισης της Βρετανίας. Ατυχώς προσέκρουσε στην πολιτική κατευνασμού της Γερμανίας από τον Βρετανό πρωθυπουργό Neville Chamberlain, λόγω της οποίας η Βρετανία άρχισε να κινείται σοβαρά ενάντια στην επερχόμενη γερμανική απειλή μόλις τον Μάρτιο 1939. Η είσοδος της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε τελικά παρά τη βούλησή της – ο Μεταξάς, πάντως, είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο να μπει στο πλευρό της Γερμανίας.

Η ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο κατά τον Ψυχρό Πόλεμο απέρρεε εν μέρει από μια παρόμοια γεωπολιτική λογική. Για τη Βρετανία το 1944 ήταν υψηλής προτεραιότητας να έχει με το μέρος της την Ελλάδα, που βρισκόταν στις κρίσιμες γραμμές επικοινωνίας μεταξύ της Δυτικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Το σκεπτικό αυτό δέχθηκε ο Στάλιν τον Οκτώβριο του 1944, όταν προέβη με τον Τσώρτσιλ στη συμφωνία των ποσοστών, με την οποία η Ελλάδα μπήκε υπό τη βρετανική επιρροή και η Βουλγαρία με τη Ρουμανία υπό τη σοβιετική επιρροή.

Ο αγώνας της Ελλάδας και των Ελλήνων της Κύπρου κατά τη δεκαετία του 1950 για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ήταν νομιμοποιημένος διεθνώς, καθώς οι ημέρες της αποικιοκρατίας ήταν μετρημένες και οι λαοί των αποικιών κέρδιζαν σταδιακά την αυτοδιάθεσή τους. Εφόσον η ελληνική προσπάθεια γινόταν με πολιτικά μέσα, ώστε να είναι συμβατή με τις συμμαχικές σχέσεις της Ελλάδας με τη Βρετανία, θα είχε ίσως επιτύχει.

Οταν όμως πήρε τη μορφή ανταρτοπόλεμου, προκάλεσε την ευκαιριακή συσπείρωση της Βρετανίας με την Τουρκία. Ενάντια σε αυτήν τη βρετανοτουρκική σύμπραξη η Ελλάδα δεν είχε ούτε συμμάχους ούτε δικά της μέσα για να επικρατήσει. Οι ΗΠΑ συγκεκριμένα υπολόγιζαν στη βρετανική παρουσία στη Μέση Ανατολή στο πλαίσιο του «Συμφώνου της Βαγδάτης» (που υποτίθεται θα γινόταν το ΝΑΤΟ της Μέσης Ανατολής) και δεν ήθελαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με το Λονδίνο χάριν της Ελλάδας. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει μια τάση της Ελλάδας να υπολογίζει περισσότερο τον παράγοντα της διεθνούς νομιμοποίησης παρά τη διπλωματία με βάση συγκλίσεις των δικών μας εθνικών συμφερόντων με εκείνα άλλων σημαντικών δυνάμεων.

Σε πλήρη διεθνή απομόνωση βρέθηκε η Ελλάδα με την πολιτική του Ιωαννίδη στην Κύπρο τον Ιούλιο 1974. Με το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον εκλεγμένο πρόεδρο Μακάριο, η Ελλάδα έχασε κάθε διεθνή νομιμοποίηση (ο ίδιος ο Μακάριος το περιέγραψε ως ελληνική εισβολή στην Κύπρο). Επιδιώκοντας την άμεση ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ο Ιωαννίδης προκάλεσε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ούτε συμμάχους ούτε επαρκείς ένοπλες δυνάμεις για ένοπλη αναμέτρηση της Ελλάδας με την Τουρκία. Ο Ιωαννίδης αποτελεί ακραία περίπτωση εγκλωβισμού μιας πολιτικής ηγεσίας σε συλλογισμούς άσχετους με τις διεθνείς πραγματικότητες (θεωρούσε ότι το εμπόδιο για την πολυπόθητη ένωση ήταν ο Μακάριος, οπότε η ανατροπή του θα άνοιγε το δρόμο για την ένωση).

Αν και η Κύπρος δεν ήταν μέλος του ΝΑΤΟ, τα τραγικά γεγονότα του 1974 προκάλεσαν μεγαλύτερη επίγνωση στην Ελλάδα του γεγονότος ότι η εγγύηση ασφάλειας του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ ισχύει μόνο σε περίπτωση που κράτος-μέλος δεχθεί επίθεση από μη κράτος-μέλος. Ως εκ τούτου η σημαντικότερη προτεραιότητα του πρεσβύτερου Καραμανλή μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 ήταν η ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ – τη σημερινή Ε.Ε.

Είναι γεγονός ότι ούτε η ΕΟΚ του 1980 ούτε η σημερινή Ε.Ε. είναι αμυντική συμμαχία. Ωστόσο, πατώντας η Ελλάδα όχι μόνο στο ΝΑΤΟ, αλλά και στην Ε.Ε., είναι λιγότερο εκτεθειμένη στον κίνδυνο εξωτερικής επίθεσης. Ως εκ τούτου ο Κ. Σημίτης επιδίωξε την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ (με λάθος ισοτιμία, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα), για να βρίσκεται η χώρα μας στον πυρήνα της Ε.Ε., αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης εξωτερικής επίθεσης.

Συσχετισμοί ισχύος

Έπειτα από αυτή την ιστορική επισκόπηση, επιστρέφουμε στη σημερινή ανάγκη εξωτερικής εξισορρόπησης της αυξανόμενης τουρκικής υπεροχής στον ελληνοτουρκικό καταμερισμό ισχύος. Αξίζει να έχουμε υπόψη τα εξής στοιχεία, που βασίζονται στα δεδομένα του 2013 (την πιο πρόσφατη χρονιά στη βάση δεδομένων της Παγκόσμιας Τράπεζας):

Το σύνολο των ΑΕΠ των κρατών-μελών της Ε.Ε. είναι 22.429 δισεκατομμύρια δολάρια. Το σύνολο των ΑΕΠ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ είναι 36.506 δισεκατομμύρια δολάρια. Αν προσθέσει κανείς και τα ΑΕΠ της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, που συνήθως συμπορεύονται με το ΝΑΤΟ σε κεντρικά ζητήματα της διεθνούς πολιτικής, το σύνολο των ΑΕΠ της ευρύτερης Δύσης φτάνει τα 42.372 δισεκατομμύρια δολάρια.

Συγκριτικά το ΑΕΠ της Ρωσίας είναι 2.097 δισ. και της Κίνας 9.240 δισ. δολάρια. Ακόμη και αν πάρουμε όλες τις λεγόμενες χώρες BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική), που δεν αποτελούν κάποιον φυσιολογικό γεωπολιτικό συνασπισμό, το σύνολο των ΑΕΠ τους φτάνει μόλις τα 15.811 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η υπεροχή της Δύσης έναντι οποιουδήποτε συνδυασμού άλλων μεγάλων δυνάμεων θα παραμείνει ακλόνητη στο προβλεπτό μέλλον. Επομένως θεωρώ αδιανόητο η Ελλάδα να αναζητήσει εξωτερική εξισορρόπηση με τρόπους ασύμβατους με τη συνεχιζόμενη παραμονή μας στη Δύση.

Η παραμονή μας στο ΝΑΤΟ είναι απαραίτητη όχι μόνο επειδή είναι η ισχυρότερη αμυντική συμμαχία στον κόσμο, αλλά και επειδή λόγω γεωγραφίας είναι απαγορευτικό για την Ελλάδα να συγκρουσθεί με την εκάστοτε θαλασσοκράτειρα δύναμη, που σήμερα και στο προβλεπτό μέλλον είναι οι ΗΠΑ. Επειδή όμως το ΝΑΤΟ δεν μας καλύπτει έναντι της Τουρκίας, πρέπει να παραμείνουμε και στον δεύτερο ισχυρότερο πυλώνα της Δύσης, που είναι η Ε.Ε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξωτερική πολιτική μας δεν πρέπει να αναζητήσει ερείσματα και εκτός της Δύσης. Πρέπει, όμως, τέτοιες ενέργειες να μη θέτουν σε κίνδυνο την παραμονή της Ελλάδας στους κεντρικούς δυτικούς θεσμούς. Τα κυριότερα εξωτερικά ερείσματά μας άλλωστε θα πρέπει να αναζητηθούν εντός του πλαισίου της Δύσης, όπου βρίσκονται οι ισχυρότεροι παράγοντες της διεθνούς πολιτικής, σήμερα και στο προβλεπτό μέλλον. Δυστυχώς, αυτή η πραγματικότητα παραβλέπεται από κάποιους εν μέσω της συναισθηματικής φόρτισης που έχει προκαλέσει η οικονομική κρίση. Αν όμως εγκλωβισθούμε σε συλλογισμούς άσχετους με αυτές τις διεθνείς πραγματικότητες, θα κινδυνεύσουμε να οδηγηθούμε σε νέο 1897 και 1974.

*Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστημίου και Διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων