ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η επιστροφή της κεραμικής

dsc_9043
img_1255
object-7
07-sunburst

Ο πηλός, ένα αργιλώδες χώμα με τεράστια συμβολή στην ελληνική τέχνη από την αρχαιότητα έως και τους νεότερους χρόνους, ζει το τελευταίο διάστημα μια δεύτερη «άνοιξη» χάρη στα εργαστήρια κεραμικής που δραστηριοποιούνται σε όλη την Ελλάδα. Ερασιτέχνες αλλά και επαγγελματίες κεραμίστες εξασκούνται, πλάθοντας τον πηλό, στην τέχνη της υπομονής, υποκλίνονται στην ομορφιά με ψεγάδια, αναγνωρίζουν την αξία του λάθους, μαθαίνουν να διαχειρίζονται το τυχαίο. Οι έξι γυναίκες που επιλέξαμε να παρουσιάσουμε, έχουν ξεκινήσει από διαφορετικές αφετηρίες, άφησαν τις σπουδές τους και σήμερα πειραματίζονται ή και αφοσιώνονται στην κεραμική. Μας μιλούν για τη γοητεία της αρχέγονης αυτής τέχνης, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πηλού, την ικανοποίηση που αντλούν από τη χαρά της δημιουργίας και τις στιγμές της προσμονής μέχρι να ανοίξει το καμίνι.  

Τερψιχόρη Σαββάλα 

Όταν βυθίζεις τα χέρια στη λάσπη

© Ed Gumuchian

Η Τερψιχόρη Σαββάλα ζούσε ήδη επτά χρόνια στο Λονδίνο, όταν έπιασε για πρώτη φορά πηλό. «Το πρώτο μάθημα ήταν δώρο, δεν είχα καν σκεφτεί την κεραμική ως hobby». Η επαφή με το υλικό την ενθουσίασε, οπότε, όταν ξεκίνησαν να της ζητούν να πουλήσει τα αντικείμενά της, άφησε τη θέση της στη διαφημιστική εταιρεία όπου εργαζόταν, έγινε freelancer και άρχισε να ασχολείται πιο εντατικά με τις τεχνικές του πηλού. «Όταν δουλεύεις στον υπολογιστή, δεν έχεις τίποτα χειροπιαστό. Η ικανοποίηση του να βυθίζεις τα χέρια σου στη λάσπη και να δημιουργείς κάτι απτό δεν περιγράφεται». Τα σχέδια με τα οποία έγινε αρχικά γνωστή παραπέμπουν σε κυκλαδικά ειδώλια και απεικονίζουν ναύτες βαριεστημένους που περιμένουν υπομονετικά στο πωλητήριο του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Εξηγεί πως στις διαφημιστικές υπάρχουν μέρες που εργάζεσαι με εξαντλητικούς ρυθμούς και άλλες φορές που δεν ξέρεις πώς να γεμίσεις τον χρόνο. Σκέφτηκε τα κυκλαδικά ειδώλια που παραμένουν στην ίδια στάση για χιλιετίες. Τα πρώτα της αντικείμενα διαδέχτηκαν πιάτα και άλλα χρηστικά αντικείμενα με αναφορές στους καρπούς της ελληνικής γης και την αρχαία ελληνική κληρονομιά, ενώ έκανε και δημοσιεύσεις σε ξένα έντυπα, όπως το δανέζικο «Elle Decoration». «Οι σπουδές μου στην ιστορία-αρχαιολογία αλλά και ο νόστος που αισθάνεσαι όταν ζεις μακριά από την πατρίδα σου σε κάνουν να αναζητάς και να αναπαράγεις στοιχεία που σε φέρνουν πιο κοντά στην ταυτότητά σου». Στην Κοπεγχάγη, όπου ζει το τελευταίο διάστημα, δουλεύει και μια νέα ιδέα σχετική με την έννοια του χρόνου: τα επίνητρα. Με επίνητρο, το πήλινο εργαλείο που εφάρμοζαν οι γυναίκες στο πόδι τους για να γνέθουν το μαλλί, απεικονίζεται συνήθως η Πηνελόπη στα αττικά αγγεία, προσμένοντας τον Οδυσσέα να επιστρέψει. 

Ελευθερία και Στέλλα Ιωσηφίδου (Flaw project) 

Το ενδεχόμενο της αποτυχίας

©Πέτρος Παναγιωτίδης, Ελευθερία Ιωσηφίδου

Οι αδελφές Στέλλα και Ελευθερία Ιωσηφίδου από τη Δράμα, καθηγήτριες ελληνικής και αγγλικής φιλολογίας αντίστοιχα, ξεκίνησαν να φτιάχνουν κεραμικά με σκοπό να διακοσμήσουν τον προσωπικό τους χώρο. «Κεραμικά, όπως επιτοίχια διακοσμητικά πιατάκια με ποικίλες αποτυπώσεις, στόλιζαν το σπίτι της γιαγιάς μας και επηρέασαν από πολύ νωρίς την αισθητική μας. Αρχίσαμε, λοιπόν, να δημιουργούμε πιατάκια για τον τοίχο μας ή ως θήκη για τα κοσμήματά μας, και τα ζωγραφίζαμε με vintage ή και άλλα σχέδια πιο ταιριαστά στη σύγχρονη αισθητική. Η χαρά και η ικανοποίηση που μας προκαλούσε η τριβή με το αντικείμενο, μετέτρεψε την απλή ενασχόληση σε αληθινό πάθος». Ξεκίνησαν με αυτοξηρούμενο πηλό, δουλεμένο στο χέρι, και συνέχισαν δημιουργώντας χρηστικά αντικείμενα (βάζα, κούπες, πιάτα, ποτήρια), τα οποία ψήνουν σε φούρνο και γυαλώνουν. «Η κεραμική σού διδάσκει να μην παίρνεις πολύ στα σοβαρά το ενδεχόμενο της αποτυχίας, να εκτιμάς τη χαρά της δημιουργίας και να μην προσπαθείς να τα κάνεις όλα του χεριού σου: το αποτέλεσμα δεν είναι κάτι που μπορείς πάντοτε να προδιαγράψεις (ειδικά στα χρώματα), και γι’ αυτό δεν υπάρχει λόγος να λειτουργείς ως μηχάνημα. Η ομορφιά υπάρχει και σε άλλα απ’ αυτά που είχες στο μυαλό σου και μπορείς να τα περιμένεις με την ίδια λαχτάρα». Την έμπνευσή τους μπορεί να πυροδοτήσει η ελληνική παράδοση, κάποιο τοπίο, φυτά, έργα καλλιτεχνών όπως της Φρίντα Κάλο, αποσπάσματα από βιβλία, αλλά και ιδέες διανοητών, όπως αυτές της Αμερικανίδας φιλοσόφου Τζούντιθ Μπάτλερ.

Κίκα Χήναρη

Το ίχνος της σκέψης του δημιουργού

© Κίκα Χήναρη

Οι υπέροχες τσαγιέρες της -όλες διαφορετικές μεταξύ τους- έχουν βρει τη θέση τους στα ράφια του πωλητηρίου του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Η Κίκα Χήναρη βρήκε χρόνο να μάθει κεραμική όταν έμεινε άνεργη πριν από επτά χρόνια. Με σπουδές γεωλογίας, αναφέρει πως ήταν κάτι που είχε πάντα στον νου της. Πλέον, έχει στήσει το δικό της εργαστήριο μαζί με τον κεραμίστα Γιάννη Βογιατζή. Δουλεύουν αυτόνομα αλλά και συνυπογράφουν κάποιες σειρές. Αυτό που τη γοητεύει είναι η σχέση του υλικού με τον χρόνο. Ένα κεραμικό αντικείμενο μπορεί να αντέξει χιλιάδες χρόνια, αλλά μπορεί να θρυμματιστεί και την επόμενη στιγμή. Υποστηρίζει πως πρέπει κανείς να είναι εξοικειωμένος με την εύθραυστη φύση του υλικού και την απροσδόκητη εξέλιξη που μπορεί να έχει σε κάθε στάδιο της δημιουργίας. «Ο πηλός σε μαθαίνει υπομονή, σου δείχνει τον τρόπο να διαχειρίζεσαι το λάθος σου αλλά και ξυπνά την παιδικότητά σου. Χώμα έπιανες και μικρός και διασκέδαζες με αυτό». Σε αντίθεση με τους ζωγραφικούς πίνακες, που δεν μπορείς να τους αγγίξεις, το κεραμικό αντικείμενο σε προσκαλεί να νιώσεις το βάρος του, την υφή του. «Βλέπεις μέχρι και τη δαχτυλιά του ανθρώπου που το έφτιαξε και αρκετά συχνά μπορείς να διακρίνεις και τη σκέψη πίσω από αυτό το άγγιγμα». Οι πηγές έμπνευσής της δεν έχουν να κάνουν μόνο με τον χώρο της τέχνης. «Επηρεάζομαι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων, το φως που υπάρχει γύρω μου, τη σκιά, το ίχνος που αφήνει ο χρόνος. Τώρα φτιάχνω κάποια κεραμικά, εμπνευσμένα από τα βιοδηλωτικά ίχνη. Βιοδηλωτικό ίχνος, όπως λέμε στη γεωλογία, είναι αυτό που αφήνει ένας οργανισμός ως ένδειξη ότι κατοίκησε εκεί». 

Diane Alexandre

Αρχαιολόγος του εαυτού σου

© Diane Alexandre

Την πρώτη φορά που συμμετείχε σε εργαστήριο κεραμικής ήταν οκτώ χρονών. Στη Σχολή Καλών Τεχνών, επίσης, ασχολήθηκε με τους όγκους, όμως επαγγελματικά για πολλά χρόνια στηριζόταν αποκλειστικά στη ζωγραφική και τη γραφιστική. Πριν από τρία χρόνια ένα γεγονός την έκανε να πιάσει ξανά πηλό. «Είχα δεχτεί ένα art residency στην Τοσκάνη για να γράψω και να εικονογραφήσω ένα βιβλίο με θέμα την αγάπη. Κεντρικός αφηγητής ήταν ο σκύλος μου, πέθανε όμως εκείνο το καλοκαίρι και, καθώς ήμουν συντετριμμένη, μου ζήτησαν να αναλάβω το εργαστήριο με τα κεραμικά. Κάθε πρωί ερχόταν ένας μουσικός, με τη γυναίκα του και το μικρό τους κοριτσάκι. Έπλαθα στην παλάμη μου μια κουκουβάγια και της την πρόσφερα. Συνειδητοποίησα πως αδημονούσα για την επίσκεψή τους». 

Αγαπά ιδιαίτερα τις μικρές φόρμες. Φτιάχνει άλογα-μινιατούρες, κουκουβάγιες και παντατίφ με σκαραβαίους (όλα στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης), για να ελέγχει το υλικό της καλύτερα, και κυρίως γιατί τα μικρά σε μέγεθος αντικείμενα είναι ταπεινά, δεν προσπαθούν να κλέψουν τις εντυπώσεις, όπως λέει. Ίσως, πάλι, η προτίμησή της να οφείλεται στα παιδικά της χρόνια. «Ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός, έπρεπε να μετακινούμαστε συχνά. Όλες μου οι αναμνήσεις από έναν τόπο έπρεπε να βρουν τη θέση τους σε ένα μικρό κουτί». Η θεματολογία της είναι βαθιά επηρεασμένη από την αρχαία ελληνική παράδοση. «Η Οδύσσεια ήταν σαν Βίβλος στο σπίτι μου, διαμόρφωσε τη φαντασία μου», επισημαίνει. Υποστηρίζει πως, όταν δουλεύει κανείς με πηλό, μοιάζει με αρχαιολόγο του εαυτού του. «Μπορεί να μην ξεκινά με μια ορισμένη ιδέα, αλλά, καθώς πλάθει, σκάβει βαθύτερα μέσα του και ακριβώς όπως ένας αρχαιολόγος έχει μια καλύτερη εικόνα του τι κρύβεται, τελικά, από κάτω». 

Δάφνη Λέων

Η γοητεία της έκπληξης

© Βαγγέλης Ζαβός 

Το εργοστάσιο κεραμικών πλακιδίων που είχε ο προπάππους της Δάφνης Λέων στους Αμπελόκηπους βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το ατελιέ που διατηρεί η ίδια σήμερα. Αυτή η πληροφορία έφτασε στα αυτιά της αφού είχε ήδη στραφεί στην κεραμική. «Κεραμικά υπήρχαν παντού στο σπίτι των γονιών μου, της γιαγιάς μου, ωστόσο δεν είχα εκδηλώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον». Στο προπαρασκευαστικό έτος για το πανεπιστήμιο επέλεξε ως κατεύθυνση τη βιβλιοδεσία. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Λονδίνο, εργάστηκε σε βιβλιοπωλεία της Αθήνας και στη συνέχεια έφυγε για μεταπτυχιακό. Επέστρεψε για να βοηθήσει τον Αλέξανδρο Τζάννη με ένα κεραμικό έργο και στη συνέχεια έκανε εθελοντικά μαθήματα κεραμικής στο ΚΕΘΕΑ στη Θεσσαλονίκη. «Εκεί ήρθε και η πρώτη μου δουλειά, έπρεπε να φτιάξω ένα σερβίτσιο για οικιακή χρήση. Δεν ξέρω πότε έγινε αυτή η στροφή μέσα μου, πήρε χρόνο, ακριβώς όπως και ο πηλός για να μετασχηματιστεί σε αντικείμενο. Αυτό που με κερδίζει στην κεραμική είναι το στοιχείο της έκπληξης. Όση πείρα και να αποκτήσεις, δεν μπορείς να προβλέψεις το αποτέλεσμα». Το όνομά της φιγουράρει σε έντυπα όπως η αμερικανική «Vogue», με επευφημίες για το ταλέντο της – αφορμή ήταν η συνεργασία της με τον σχεδιαστή Jacquemus για το εστιατόριο «Oursin» στο Παρίσι. Οι επιρροές της ποικίλλουν από την ελληνική παράδοση και τα κορεάτικα κεραμικά μέχρι τα μαροκινά και την ασιατική τέχνη. Η ίδια δεν το επιδιώκει, ωστόσο από τα πιάτα με τους αχινούς για το «Oursin» μέχρι τα ποτηράκια καφενείου σε ροδί αποχρώσεις που κοσμούν το πωλητήριο του Μπενάκη ή τα πιάτα με αναφορές στην αρχιτεκτονική των Κυκλάδων που ετοιμάζει για το πωλητήριο του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, η Ελλάδα αναδύεται από τα έργα της.