ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ο bon viveur της ρετσίνας

Αποχαιρετισμός στον Βασίλη Κουρτάκη, τον φινετσάτο κοσμοπολίτη που εμφιάλωσε το λαϊκό κρασί, βάζοντάς το και στα αστικά τραπέζια.

Ο bon viveur της ρετσίνας

Είμαι σίγουρη πως έχετε καταλάβει ότι μου αρέσει να σας διηγούμαι ιστορίες από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, ιστορίες γεμάτες μνήμες που βρήκαν τον δρόμο τους αργότερα στην ενήλικη πραγματικότητά μου. Σήμερα λοιπόν θα σας πάρω να γυρίσουμε πίσω στη δεκαετία του ’70, στο πατρικό μου, ένα νεοκλασικό στην πλατεία Κυριακού, νυν Βικτωρίας. Στα γεύματα το κρασί ήταν αναπόσπαστο στοιχείο του τραπεζιού. Σάντα Έλενα, Λακ ντε Ρος, Καμπάς, Νάουσα Μπουτάρη. Το οινικό σκηνικό άλλαζε μόνο τις Παρασκευές, που το μενού είχε πάντα όσπρια με συνοδευτικό ελιές, ταραμοσαλάτα, λακέρδα ή ρέγκα. Τότε το κρασί αποκτούσε ονοματεπώνυμο, όταν η γιαγιά, «άρχων οινοχόος», διέτασσε: «Να κρυώσετε έναν Κουρτάκη για το μεσημέρι»! Έτσι λοιπόν η «γνωριμία» μου με τον Βασίλη Κουρτάκη είναι εξ απαλών ονύχων. Θυμάμαι πάντα το μικρό, σε σχέση με τα υπόλοιπα, μπουκάλι κρασιού που άνοιγε με το ανοιχτήρι της μπίρας και τα σχόλια: «Τι ωραία που είναι η παγωμένη ρετσίνα με τις χλιαρές φακές και τις αντσούγιες!».

Όλα αυτά τα θυμήθηκα γιατί πριν από λίγες μέρες ο Βασίλης Κουρτάκης ταξίδεψε για τους ουράνιους αμπελώνες. Τον είχα συναντήσει ελάχιστες φορές, με είχαν εντυπωσιάσει το χιούμορ και η απίστευτη ευγένειά του. Τότε που αποφάσισε να απαλύνει τη «ρετσινιά της ρετσίνας», όπως ο ίδιος έλεγε γελώντας, μετονομάζοντας την εταιρεία σε Ελληνικά Κελλάρια, τον θυμάμαι σε ένα γεύμα σε μεγάλο αθηναϊκό ξενοδοχείο. Δοκιμάζαμε διάφορα κρασιά από τη μεγάλη γκάμα της εταιρείας και κάποια στιγμή οι σερβιτόροι, άσχετοι και βιαστικοί, σέρβιραν ένα κρασί στα ποτήρια που είχαν ακόμα από το προηγούμενο. Κοιταχτήκαμε όλοι με απορία και ο Κουρτάκης είπε δυνατά στους παρευρισκομένους: «Έχετε τον νου σας, μπορεί να προκύψει κάποιο καινούργιο ενδιαφέρον χαρμάνι!» και έκανε τις παρατηρήσεις του αργότερα, για να μην προσβάλει τους εργαζομένους δημοσίως.

Ο Βασίλης Κουρτάκης κληρονόμησε από τον συνονόματο παππού και στη συνέχεια τον πατέρα του μια οικογενειακή επιχείρηση στα Μεσόγεια και τη μετέτρεψε σε έναν κολοσσό με παραγωγή 40.000.000 φιαλών τον χρόνο, εκ των οποίων οι μισές εξάγονται! Πρέπει επίσης να πούμε ότι πρώτος αυτός εμφιάλωσε το λαϊκό κρασί, βάζοντάς το έτσι σε άλλα ποιοτικά επίπεδα, αλλά και στα αστικά τραπέζια.

Πολύ σημαντική υπήρξε η δραστηριότητά του στα κοινά του ελληνικού κρασιού: 12 χρόνια πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, ιδρυτικό μέλος του ΔΣ της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου, 8 χρόνια πρόεδρος της κορυφαίας ευρωπαϊκής οργάνωσης του οινικού κλάδου Comité Européen des Entreprises Vins, η οποία εκπροσωπεί 23 εθνικές ευρωπαϊκές οργανώσεις οινοπαραγωγών και περισσότερες από 7.000 αμπελοοινικές εταιρείες.

Ως επίλογο αντιγράφω τα λόγια της Σοφίας Πέρπερα από το τεύχος 59 του «Οινοχόου»: «Πανέξυπνος, χαριτωμένος, με τρομερό χιούμορ, αλλά και αρκετά δύσκολος, τελειομανής και συγκεντρωτικός. Λάτρης της ταχύτητας και του κινδύνου, αλλά συγχρόνως προσεκτικός στα επαγγελματικά του ανοίγματα. Ο bon viveur που ξεκίνησε για πυρηνικός επιστήμονας στην Οξφόρδη, συνέχισε ως οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, πριν τον απορροφήσει ολοκληρωτικά το κρασί».