ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

2021 σκέψεις: Ο δικός μας απολογισμός (Μέρος ΄Α)

Συνεργάτες του «Κ» και της «Καθημερινής» επιλέγουμε από ένα θέμα που μας συγκίνησε τους προηγούμενους 12 μήνες, σε έναν άτυπο (και λίγο πιο προσωπικό) αποχαιρετισμό στη χρονιά που φεύγει.

2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a-561653785
2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a0
Η πολιορκία του Μεσολογγίου διά χειρός Παναγιώτη Ζωγράφου. © Historical Archive/ Getty Images/ Ideal Image

Mια καλώς χαλασμένη επέτειος

Κείμενο: Μιχάλης Τσιντσίνης

Η πανδημία, έλεγαν, χαλάει τη γιορτή. Όμως, «χαλασμένη» η γιορτή ήταν καλύτερη. Ήταν μάλλον καλύτερα που τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821 εορτάστηκαν χωρίς πολύ τσαρούχι – σε συνθήκες που ευνοούσαν την ανάγνωση και τη σκέψη.

Η στιγμή της επετείου ήταν γόνιμη όχι μόνο λόγω της καραντίνας. Βοήθησε και το γεγονός ότι συνέπεσε με το τέλος της χαμένης δεκαετίας της κρίσης. Με το ψυχικό ίζημα εκείνης της περιπέτειας ακόμη νωπό, δεν υπήρχε πια ούτε όρεξη για μυθοποίηση ούτε ανάγκη για απομυθοποίηση. Τα είχε εξαντλήσει όλα η χρεοκοπία. Είχε εξαντλήσει και το αντανακλαστικό του περήφανου, αναξιοπαθούντος έθνους και το αντίπαλό του: την αυτολύπηση για το βαλκανικό εγχείρημα που εξακολουθούσε να επιζεί μόνο χάρη στην καλοσύνη των ξένων.

Η επέτειος –οι έρευνες που ολοκληρώθηκαν και τα βιβλία που εκδόθηκαν χάρη σε αυτήν– ήταν έτσι και μια προσωπική, σχεδόν ψυχαναλυτική, πρόκληση: Ποιοι είμαστε; Μας έχουμε καταλάβει σωστά; Ποια νήματα μας συνδέουν με εκείνους τους ανθρώπους που στις αρχές του 19ου αιώνα φαντάστηκαν στην άκρη της Ευρώπης μια Ελλάδα;

Η «βιβλιοθήκη» των διακοσιοστών γενεθλίων περιέχει διαφωτιστικές απαντήσεις. Αν έπρεπε να διαλέξω μόνο μία σελίδα, ίσως θα ήταν εκείνη από το σπουδαίο βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ, Ελληνική επανάσταση (εκδ. Αλεξάνδρεια), που περιγράφει τις οχυρώσεις του Μεσολογγίου μετά την πρώτη πολιορκία.

Τα έργα περιλάμβαναν πολλούς προμαχώνες και κανονιοστάσια, σε κάθε ένα από τα οποία οι αγωνιστές έδωσαν κι ένα όνομα: Υπήρχε κανονιοστάσιο «Ρήγας Φεραίος», αλλά και πρόφραγμα «Γουλιέλμος της Οράγγης». Υπήρχε προτείχισμα «Μάρκος Μπότσαρης» αλλά κι ένα πύργωμα που είχε ονομαστεί προς τιμήν του Ταντέους Κοστσιούσκο, ήρωα της πολωνικής ανεξαρτησίας.

Καθώς οι εξεγερμένοι ετοιμάζονταν να δώσουν μία από τις πιο σημαντικές μάχες, έδειχναν με αυτές τις ονοματοδοσίες τις πηγές της έμπνευσής τους. Μνημόνευαν τους δικούς τους στοχαστές και πολεμιστές, αλλά όριζαν και τις συγγένειές τους.

Στη μετάφραση πάντα κάτι χάνεται. Γι’ αυτό, άφησα τον Μαζάουερ κι αναζήτησα τις πηγές στις οποίες εκείνος παραπέμπει. Ήθελα να ακούσω τη φωνή των πολιορκημένων.

Μπροστά σε έναν από τους προμαχώνες με τα μεγάλα ονόματα δόθηκε μία από τις σφοδρότερες μάχες της πολιορκίας. Οι πολιορκημένοι είχαν σκάψει ένα λαγούμι με σκοπό να ανατινάξουν το ανάχωμα των επιτιθεμένων. Τους περίμεναν πρώτα να μαζευτούν εκεί. «Έβλεπες τον τούρκικον στρατόν […] κόκκινος από τα κόκκινα φορέματα και εφαίνετο ωσάν παπαρούναις, […] ωσάν αι σφήκες όταν κτυπά κανείς την κουφάλαν και ρίπτονται κατά πάνω του να τον φάγουν». «Εσυνάχθησαν· εγιόμωσαν αι θέσεις· δεν τους χωρούσαν τα χαρακώματα». (Νικόλαος Κασομούλης)
Και τότε ήρθε η στιγμή της πυροδότησης.

«Ιδού δίδεται και πυρ της υπονόμου […]. Το έδαφος της γης μας ταραττόμενον και μουγκρίζον εκρήγνυται και από τους κόλπους της υψώνεται ορμητικώτατα ως τον ουρανόν ζοφερώτατον νέφος συνθετόμενον από κομμάτια πηλού, πέτρας και καπνόν της πυρίτιδος, συμμετεωρούν και πλήθος εχθρικών κεφαλών, χειρών, ποδών, όπλων…». (Σπηρομήλιος)

Εκείνος ο τόπος του μακελειού, όπου κερδήθηκε μια μάχη πριν από την αναπόφευκτη άλωση, σε έναν αγώνα που έμελλε να δικαιωθεί παρά τη στρατιωτική του ήττα· εκείνη η πολεμίστρα σε μια μικρή πολιορκημένη πόλη στο δυτικό άκρο της Ρούμελης είχε πάρει το όνομα ενός από τους πατέρες της Αμερικανικής Επανάστασης. Η ντάπια λεγόταν «Βενιαμίν Φραγκλίνος».


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a2
© Δημήτρης Τσουμπλέκας

Aναζητώντας τον χαμένο χρόνο

Kείμενο: Ξένια Κουναλάκη

Σύμφωνα με το κινητό μου, το 2021 πέρασα κατά μέσο όρο πέντε ώρες στο Facebook, μιάμιση ώρα στο Twitter και πενήντα λεπτά στο Instagram – την ημέρα. Ξέρω κάθε στιγμή ποιος είναι ο σημαντικός ιδεολογικός καβγάς που βρίσκεται σε εξέλιξη, ποιος χρήστης έκανε λάικ σε αμφιλεγόμενο ποστ και ποιος έκανε λάικ σε σχόλιο στο αμφιλεγόμενο ποστ. Έχω δει ποιοι βγάζουν νέο βιβλίο, παίρνουν μεταπτυχιακό ή πιάνουν καινούργια δουλειά. Ποιοι είναι άνεργοι κι έχουν αρχίσει να σαλτάρουν κι «ακούν φωνές», κλεισμένοι όλη μέρα στο echo chamber τους. Ποιος βάζει καρδούλες κάτω από φωτογραφίες όμορφων γυναικών, πότε παντρεύεται μια διεθνής ινφλουένσερ, αν πέρασε ωραία με τις φίλες της στο μπατσελορέτ, αν τα ήπιαν ή ήταν ξενέρωτα (ήταν ξενέρωτα). 

Όταν χαζεύω φωτογραφίες στο Instagram, νιώθω απόλυτο μπάζο και βρίσκομαι σε διαρκές fomo. Όλοι είναι όμορφοι και ατσαλάκωτοι, πίνουν ροζέ κρασί ακόμη και στο –βγαλμένο από αρχιτεκτονικό περιοδικό– σπίτι τους, τρώνε τυριά από πλατό που τα έχουν διακοσμήσει με σταφύλια και καρύδια. Διαβάζουν βιβλία τα οποία τοποθετούν δίπλα σε λαχταριστές κούπες με κακάο και κουλουράκια, σχεδόν μπορείς να νιώσεις τη μυρωδιά να ξεχύνεται μέσα από την οθόνη. Οι φωτογραφίες τους είναι τέλεια καδραρισμένες και γράφουν πάντα έξυπνες λεζάντες. Οι δικές μου είναι πάντα στραβές, το αντικείμενο παρατήρησης δεν είναι ποτέ στο κέντρο – κάπως σαν το Αψέντι του Ντεγκά. Μια φίλη μου με συνεχάρη για το ιδιαίτερο αυτό στιλ και της απάντησα ότι δεν το κάνω επίτηδες, είμαι απλώς γνήσια ατάλαντη. 

Αν διάβαζα τις ώρες που ήμουν στα σόσιαλ μίντια, θα είχα τελειώσει τον Προυστ, τον Ντοστογιέφσκι και τα άπαντα του Σαίξπηρ, θα ήμουν μια βαθιά διανοούμενη γυναίκα, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Αντ’ αυτού κάθομαι και σκέφτομαι αν πρέπει κι εγώ να αρχίσω να χρησιμοποιώ φίλτρα ή να δίνω λίγο μεγαλύτερη προσοχή στα stories μου, αν πρέπει να απαντώ στα τρολς, να τους κάνω ειρωνικά λάικ ή να τους μπλοκάρω και άλλα εξίσου άχρηστα υπαρξιακά ερωτήματα. 

Όταν πριν από λίγους μήνες άκουσα την 37χρονη Φράνσις Χόγκεν, που εργαζόταν παλιότερα στη Facebook, να καταθέτει στην Ευρωβουλή, κατάλαβα ότι τα σόσιαλ μίντια λειτουργούν κάπως σαν τις καπνοβιομηχανίες. Ο εθισμός είναι ανάλογος. Όταν κάπνιζα, χρειαζόμουν τρία πακέτα τσιγάρα την ημέρα. Δεν μπορούσα να περιοριστώ στο μισό. Το ίδιο μού συμβαίνει και με το TikTok. Όταν αρχίζω να σκρολάρω βιντεάκια, δεν μπορώ να σταματήσω. Μπορεί να είναι μέρα όταν θα ξεκινήσω και να έχει βραδιάσει όταν θα τελειώσω. 

Σύμφωνα με όλες τις τελευταίες έρευνες, το Instagram έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των εφήβων και συχνά δημιουργεί τάσεις αυτοκτονίας. Δεν χρειάζομαι καν αποδείξεις, αρκεί να μελετήσω τον εαυτό μου μετά από πολύωρη χρήση: τον εκνευρισμό μου, το αίσθημα απογοήτευσης που πάλι πέρασα τόσες ώρες με τόσο ανούσιο τρόπο, αλλά και την αναπόδραστη ανάγκη να ξαναμπώ λίγο αργότερα, γιατί κάτι συμβαίνει εκεί, ερήμην μου, από το οποίο δεν μπορώ να απουσιάζω. 

Το 2022 θα ήθελα να κόψω τα σόσιαλ μίντια. Το γράφω εδώ για να εκτεθώ και ίσως έτσι δεσμευτώ. (Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια που έκοψα το τσιγάρο.)


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a4
© Tristan Fewings/ Getty Images/ Ideal Image

Όταν ξέραμε πώς θα είναι «μετά»

Κείμενο: Νίκος Βατόπουλος

Μου άρεσαν πάντα οι ημερομηνίες. Έβαζα παντού, ακόμη και εκεί που δεν χρειαζόταν. Να μαρκάρεται ο χρόνος. Να θυμάσαι, να ξέρουν οι επόμενοι. Το πότε. Μικρός άκουγα το In the Year 2525 και δεν μπορούσα καν να φανταστώ ότι υπάρχει κόσμος μετά το 2000, αλλά τώρα το 2030 είναι σχεδόν… χθες. Λόγω πανδημίας, λόγω ηλικίας, λόγω εμπειρίας, λόγω ανάγκης να σταθεί από κάπου κανείς ή έστω να διατηρεί την ψυχραιμία του και τη θετική του διάθεση, ήδη από το έτος 2020 είναι όλα αλλιώς.

Και όταν λέω αλλιώς, εννοώ «αλλιώς». Όλα, μα όλα… Κυρίως αυτό που νιώθω για τον εαυτό μου, για το παρελθόν και το μέλλον, το τώρα και το μετά, αλλά πιο πολύ για το πώς φαντάζομαι τον κόσμο που θα έρθει. Ακούγεται παράδοξο, αλλά «παλιά», στον εικοστό αιώνα, κάπου δηλαδή κοντά στην «αρχή του κόσμου», στην εποχή των «παγετώνων» της παιδικής ηλικίας, όλοι γύρω μου «ήξεραν». Ήξεραν το πώς θα είναι «μετά», τι έρχεται, τι πρέπει να κάνεις τώρα για να έχεις κάτι αύριο, πού θέλεις να ταξιδέψεις, αν θα κάνεις τον γύρο του κόσμου ή αν θα πας το Σάββατο σινεμά. Ε, ναι, υπήρχαν εκείνες οι μικρές, αυθάδικες βεβαιότητες που μας γλύκαιναν, μας καθησύχαζαν και μας έκαναν μαζί να νιώθουμε ανιαροί βλαστοί μιας εποχής που κάλπαζε προς ένα αύριο ίσως λίγο πιο φωτεινό.

Και να που το 2020, το 2021 και, φυσικά, και το 2022 μάς έχουν πετάξει χωρίς πολλά πολλά στα σκοτεινά σπήλαια του 21ου αιώνα. Εκεί, όλα μοιάζουν ξένα ή έστω κανείς δεν ξέρει αν το Σάββατο θα πάει σινεμά, και όχι γιατί μπορεί να έχει αλλάξει γνώμη. Τα Σάββατα είναι πλέον αλλιώς, όπως αλλιώς θα είναι και αυτή η Πρωτοχρονιά όταν θα ευχηθούμε «Καλή Χρονιά» και θα τραγουδάμε, έστω βουβά, έστω μόνοι, «πάει ο παλιός ο χρόνος»… Ας έλθει το 2022, ας κοπιάσει και ας μη μας φοβηθεί. Εμείς το θέλουμε, αλλά ας έχει υπόψη του ότι έχουμε μάθει και αλλιώς.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a6

Ένας νέος εαυτός: από σπιτόγατος party animal

Κείμενο: Βύρωνας Κριτζάς

Πήγα να πάρω ένα καλαμάκι στο χέρι και δυσκολεύτηκα να το φάω, γιατί πάνω του έπεφταν στάχτες από τον ουρανό. Διάβασα για άνδρες που σκοτώνουν τις γυναίκες τους, γνώρισα γυναίκες που μισούν τους άνδρες, έμαθα τι είναι οι θρομβώσεις, άκουσα fat-shaming δηλώσεις και κοινοβουλευτικές καφρίλες. Κάποτε με τον πατέρα μου λέγαμε «αν πεθάνει ο Θεοδωράκης, θα γίνει χαμός». Και όμως, η τεράστια απώλειά του μοιάζει μικρή μπροστά σε όλα αυτά που ζήσαμε φέτος. Πιστεύω κανένας από τους συναδέλφους-συντάκτες αυτού του τεύχους δεν θα σταθεί στον θάνατo του Μίκη. 

Ούτε κι εγώ θα σταθώ. Κάθομαι στην όμορφη μπάρα του Τσιν Τσιν στα Εξάρχεια και περιμένω το ραντεβού μου. Είναι η τέταρτη μέρα σερί που βγαίνω. Είναι η νέα μου ζωή. Ξέρω ανθρώπους οι οποίοι μέσα στο 2021 έχασαν το σπίτι τους, ξέρω και άλλους που έχασαν δικούς τους λόγω Covid-19. Στο φτωχό μονόπρακτο της ζωής μου, ευτυχώς δεν συνέβη κάτι τόσο συνταρακτικό. Αν κάτι έχασα, αυτό είναι η ευκολία συγκέντρωσης σε βιβλία, ταινίες και δίσκους. Στα χόμπι, δηλαδή, που καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό αυτό που είμαι. Ούτε για θέατρο έχω ιδιαίτερη όρεξη, να πω την αλήθεια. Ούτε για σινεμά. Όπως τόσοι άλλοι με τους οποίους το έχω συζητήσει, έτσι κι εγώ θέλω πια να πηγαίνω συνέχεια σε καφέ, μπαρ και εστιατόρια. Να συναντάω ανθρώπους, να μιλάω και να γελάω. Με ένα ποτήρι μπίρα στο χέρι, βλέπω τη μεγάλη εικόνα: Η κλεισούρα του lockdown, η τηλεργασία, η απομόνωση κ.λπ. καλλιέργησαν σε πάρα πολλούς ανθρώπους μια νέα ανάγκη εξωστρέφειας. Κάθε απόγευμα, μόλις σχολάσουν, εκατομμύρια πρώην σπιτόγατοι όπως εγώ βγαίνουν έξω σαν τρελοί για να συναντήσουν ο ένας τον άλλο. Όμορφο. 

Βέβαια, όλο αυτό μου δημιουργεί και μια ανησυχία. Μήπως έχω πάθει βλάβη; Τις προάλλες πήγα να ξαναδιαβάσω το Γιούγκερμαν του Καραγάτση και στο δεύτερο κεφάλαιο είχα βαρεθεί. Κάθε τρεις και λίγο έπιανα το κινητό. Μessenger, Facebook, Instagram, καρδούλες, επικοινωνία. Με παρατηρώ με επιστημονικό ενδιαφέρον. Αισθάνομαι σαν επιζών πολέμου, γεμάτος ιστορίες από τις μάχες, ψυχολογικά τραύματα και λαχτάρα για ζωή. Όπως και να ’χει, το 2021 ήταν η χρονιά που έγινα κοινωνικός και μάλλον έτσι θα συνεχίσω.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a8
© Δημήτρης Τσουμπλέκας

H ανακάλυψη της θάλασσας

Kείμενο: Ηλίας Μαγκλίνης

Το καλοκαίρι του 2020 κολύμπησα δύο φορές στη θάλασσα. Δύο. Και πολλές ήταν. Η Ελισάβετ, η γυναίκα μου, μία μονάχα. Ήταν το καλοκαίρι, ειδικά ο Αύγουστος, των πιο εξοντωτικών χημειοθεραπειών για την κόρη μας, παραμένοντας όλοι μας σε απόσταση βολής από το «Ελπίδα» του Παίδων, σε περίπτωση που χρειαστεί να νοσηλευτεί ξανά. Το πιο δύσκολο καλοκαίρι της ζωής μας. 

Θυμάμαι ακόμα, αγκυροβολημένοι στην άδεια, καυτή Αθήνα όπως ήμαστε, μέσα στην απέραντη θλίψη που με διακατείχε, πόσο μου έλειπε η θάλασσα. Τις νύχτες, στο νοσοκομείο, πλάι στο παιδί, που ευτυχώς κοιμόταν, έγραφα σε ένα σημειωματάριο κάτι ανάμεσα σε ιστορίες και σκόρπιες σκέψεις που σχετίζονταν με το υδάτινο στοιχείο – με τη θάλασσα. 

Δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε να μου έχει λείψει τόσο πολύ. Μεγαλωμένος στα όρια Γλυφάδας και Βούλας, δυο βήματα από την πλαζ των Αστεριών, με τα καλοκαίρια μου να μοιράζονται μεταξύ του παραθαλάσσιου εξοχικού στη βόρεια Εύβοια, σε κάποιο νησί των Κυκλάδων και στον Ναυτικό Όμιλο της Βουλιαγμένης, είχα τη θάλασσα μέσα μου σαν κάτι αυτονόητο, δεδομένο. 

Δεν ήταν. Δεν είναι. Το κατάλαβα αυτό καλά τότε. Και είπαμε, με την Ελισάβετ: Αν το παιδί πάει καλά, του χρόνου θα λυσσάξουμε στη θάλασσα. 

Το παιδί πήγε καλά, πηγαίνει καλά, κοντεύει να τελειώσει και τις (ήπιες) θεραπείες της συντήρησης (στις αρχές του 2022, καλώς εχόντων των πραγμάτων…), οπότε το 2021 ήταν η θαλασσινή μας χρονιά. Μεγάλη Παρασκευή, στον Ναυτικό Όμιλο της Βουλιαγμένης, βουτήξαμε στα κρύα, χειμωνιάτικα ακόμα, νερά για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν έναν χρόνο. 

Ήταν μια βάπτιση. Μια αναγέννηση. Η ανακάλυψη μιας χαμένης ηπείρου. Τόσο κοντά και όμως τόσο μακριά. Ήταν μια λύτρωση – όπως επίσης η πρώτη φορά που μπήκε στο νερό και το παιδί, εκείνη έπειτα από δύο χρόνια. 

Από τότε, κολυμπήσαμε περισσότερες από εκατόν τόσες φορές μέσα στο 2021, με τελευταία βουτιά τέλη Νοεμβρίου. Βουλιαγμένη, βόρεια Εύβοια, Πήλιο, Καρδαμύλη και ξανά Βουλιαγμένη, ξανά και ξανά. 

Δεν σκοπεύουμε να διακόψουμε για τον χειμώνα. Ακόμα κι αν κρυώνουμε. Ακόμα κι αν καταφέρουμε να μείνουμε στο νερό μόλις πέντε λεπτά. Αυτή η κάθαρση. 

Στο νερό, στο θαλασσινό νερό, είδα το μέλλον. Βλέπω ακόμα το μέλλον εκεί. Όπως επίσης: το ζητούμενο. Όχι το αυτονόητο πάντως, όχι πια. Και θυμάμαι ακόμα, στην παραλία της βόρειας Εύβοιας, το καλοκαίρι της χρονιάς που φεύγει, να κάθομαι στα βότσαλα αλαφιασμένος έπειτα από ακόμα μία βουτιά και να κοιτάζω τη θάλασσα, με το παιδί στο πλάι μου. Και είναι όπως τότε: όταν στο σημείο όπου η θάλασσα από πράσινη γίνεται μπλε, σχεδόν μαύρη, ένας ξιφίας πετάχτηκε μέσα από το νερό, έκανε έναν επιδέξιο ελιγμό πάνω στον άξονά του –για πολύ λίγο έμοιασε να ακινητοποιείται στον αέρα–, ώσπου η βαρύτητα τον τράβηξε αμέσως πάλι κάτω. Έσκασε με πάταγο στο νερό και χάθηκε. Η όλη σκηνή δεν πρέπει να κράτησε πάνω από λίγα, ελάχιστα δευτερόλεπτα. Αλλά να που διαρκεί ακόμα. Και μπορώ να την αφηγούμαι στην Ερατώ. Αυτή η ευλογία.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a10
H αναβίωση της ιστορικής λήψης του 1951 από τον οίκο Dior στην Ακρόπολη. © RIA MORT

Storytelling ελληνικότητας

Κείμενο: ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Ήταν μια χρονιά με πρωταγωνιστές τα σύμβολα και τους κώδικες της ελληνικότητας. Σε εγχώριο επίπεδο, τα επετειακά 200 χρόνια μεταφράστηκαν δημιουργικά σε τσάντα-πουγκί από δερμάτινη φουστανέλα και φέσι, τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα ως σύμβολο γυναικείας ενδυνάμωσης σε Τ-shirt, μεταξωτά μαντίλια και δαχτυλίδια-σφραγίδες με μοτίβα τους ήρωες και τα λάβαρα του Αγώνα, μεταξύ άλλων. Πρώτο ρόλο είχε και ο ντουλαμάς, όπως σε πολλές από τις επίσημες εμφανίσεις της προέδρου της επιτροπής Ελλάδα 2021, Γιάννας Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη. Η Ελλάδα εμπνέει· τον εαυτό της αλλά και τους άλλους.

Ένα από τα θέματα ελληνικότητας που έτυχαν τεράστιας παγκόσμιας προβολής ήταν η μικρή Οδύσσεια του οίκου Dior στην Ελλάδα, με αποκορύφωμα το ντεφιλέ Dior Cruise ’22 στο όχι κατάμεστο –για ευνόητους λόγους– Καλλιμάρμαρο τον Ιούνιο. Η εκδήλωση δεν ήταν συνδεδεμένη με τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, αλλά με την Ελλάδα και την πολιτιστική της κληρονομιά ευρύτερα.

Χρησιμοποιώ τον όρο «μικρή Οδύσσεια», γιατί δεν ήταν μόνο η λάιβ ψηφιακή μετάδοση από το μαρμάρινο Στάδιο. Μήνες πριν από το σόου της Αθήνας, η καλλιτεχνική διευθύντρια του Dior, Maria Grazia Chiuri, μαζί με μέλη της ομάδας της, είχε επισκεφθεί αρχαιολογικούς και άλλους πολιτιστικούς χώρους αλλά και εργαστήρια Ελλήνων δημιουργών, ενώ παράλληλα με την επίδειξη οργανώθηκαν φωτογραφίσεις της νέας συλλογής στην Ακρόπολη και τη Νεμέα. Άλλο ένα πρότζεκτ ήταν η φωτογράφιση της Cruise ’21 από Ελληνίδες φωτογράφους στη Μήλο.

«Δεν ήθελα να παρουσιάσω μια ιδέα-σουβενίρ της Ελλάδας», μου είχε είπε η Chiuri λίγες μέρες πριν από το ντεφιλέ της Αθήνας, στην αποκλειστική της συνέντευξη στη Vogue Greece. «Είναι δύσκολο να εξηγήσεις ότι μια χώρα είναι διαφορετική σήμερα».

Μου είχε πει επίσης ότι ένας από τους στόχους της στην Αθήνα ήταν μια φρέσκια ερμηνεία της ελληνικής μυθολογίας μέσα από ένα φεμινιστικό πρίσμα και ότι ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε διαβάσει τόσο πολύ! Πριν μιλήσω στην Ιταλίδα σχεδιάστρια, το team της μας είχε παρουσιάσει το moodboard της συλλογής, τις επιρροές και την έμπνευση της κολεξιόν, ένα μίνι πανόραμα από αναφορές στον Αλέξανδρο Ιόλα, στη σουρεαλιστική ματιά του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, στις «προχώ» φωτογραφίες της Ελλάδας του Herbert List και στις εικόνες της Ισιδώρας Ντάνκαν στον Παρθενώνα από τον φακό του Edward Steichen. Στην Αθήνα, η Chiuri παρουσίασε τη δική της μετάφραση του αρχαιοελληνικού στιλ μέσα από τον πέπλο, ενώ συνεργάστηκε και με Έλληνες δημιουργούς-τεχνίτες, τη δουλειά των οποίων ο οίκος ανέδειξε και μέσω μικρών βίντεο.

Ο γαλλικός οίκος δεν είναι πολιτιστικό ή φιλανθρωπικό ίδρυμα και σκοπός του είναι να πουλήσει προϊόντα. Όμως, για να φτάσουν στον στόχο τους, γιγαντιαία διεθνή brands όπως ο Dior αναπτύσσουν τώρα ένα αφήγημα, το περίφημο storytelling. Κατά τη γνώμη μου, το ελληνικό storytelling που έχτισε ο Dior ήταν μια όμορφη στιγμή για την Ελλάδα.

Η ελληνική αντίδραση; H γνωστή πλέον του ύψους και του βάθους αντιμετώπιση. Από το «τι καταπληκτικό που ένας τέτοιος οίκος ήρθε στη χώρα μας» μέχρι το «σιγά που έχουμε ανάγκη τον Dior, αυτοί μας έχουν ανάγκη, όχι το αντίθετο».

Είναι πάντα δύσκολο για εμάς τους Έλληνες να τοποθετήσουμε τη χώρα πάνω στο μεγάλο διεθνές παζλ, να αισθανθούμε κομμάτι ενός συνόλου και όχι απομονωμένοι, επειδή είμαστε οι «καλύτεροι» ή οι «χειρότεροι». Για να μην πω για το θέμα «μόδα», η οποία γενικά μιλώντας θεωρείται light, εφήμερη και χωρίς πολλή ουσία και όχι μια βιομηχανία που αγγίζει κάθε άκρη του πλανήτη οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά.

Ξέχασα να υπενθυμίσω ότι πριν από ακριβώς 70 χρόνια, ο Jean-Pierre Pedrazzini είχε φωτογραφίσει στην Ακρόπολη την ελπίδα που έφερνε η μεταπολεμική περίοδος, μέσα από βραδινά φορέματα του Christian Dior για το Paris-Match. Σε αυτές τις εικόνες, οι οποίες ταξιδεύουν ακόμα, θα προστεθούν και οι φετινές, μέρος μιας παγκόσμιας, συλλογικής αισθητικής μνήμης. 

Ο Dior θα συνεχίσει να πουλάει ρούχα και αξεσουάρ, ενώ πολλοί  Έλληνες δημιουργοί θα βρίσκουν τρόπους να μιλάνε για τη δική τους κληρονομιά. Η Ελλάδα εμπνέει· τον εαυτό της και τους άλλους. Και για την ελληνικότητα, αυτή ήταν μια καλή χρονιά.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a12
Ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ σχεδιάζει την επόμενη μέρα του Facebook και της ανθρωπότητας. © Getty Images/ Ideal Image

Νοσταλγώντας το μέλλον

Κείμενο: Παύλος Παπαδόπουλος

Το 2021 ήταν το έτος του 5G και του εμβολίου. Πρόκειται για δύο επαναστάσεις. Δεν έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει τη σημασία τους, καθώς αναλωνόμαστε στο κουβεντολόι για τα τρέχοντα. Εμβόλιο και 5G δείχνουν ότι η επιστήμη και η τεχνολογία κάνουν άλματα πάνω από τα βουνά των προβλημάτων και ανοίγουν τον δρόμο για το metaverse και τη νέα ιατρική. Παρά τη δαιμονοποίηση του ελληνικού αλφαβήτου και το ανελέητο καθημερινό μέτρημα κρουσμάτων και θανάτων, το 2021 μάς έδωσε τις πρώτες σοβαρές ενδείξεις ότι πολλές ασθένειες θα ηττηθούν και νέα ρεκόρ μέσου όρου ζωής θα κατακτηθούν. Η τεχνολογία mRNA, μετά την προστασία κατά του Covid που εξασφαλίζει, θα αξιοποιηθεί και για τη δημιουργία εμβολίων για την αντιμετώπιση σοβαρών ασθενειών. Παράλληλα, τα νέα δίκτυα θα κάνουν πραγματικότητα το τρισδιάστατο internet. Ας προσθέσουμε στα «συν» του 2021 το ότι εξαφανίστηκε η πανδημία των «κοινωνικών φιλιών» και περιορίστηκε ο υπερ-πληθωρισμός των κοινωνικών επαφών. Μειώθηκε αισθητά ο θόρυβος (αν και εσχάτως αυξάνεται πάλι). Πάντως στο metaverse δεν υπάρχει ούτε θόρυβος ούτε όρια. Θα είμαστε ο καθένας, επιτέλους, κυριολεκτικά στον κόσμο του. Θα παρακολουθούμε μια συναυλία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου σαν να είμαστε παρόντες και λίγο αργότερα θα πιάνουμε στασίδι σε ένα μοναστήρι ή σε ένα καζίνο στο Μακάο. Κάποιοι φιλόσοφοι λένε ότι κάθε άτομο δεν είναι παρά ένα άβαταρ, μια προβολή στην ύλη κάποιας άυλης υπόστασης. Αν είναι έτσι, τότε το κάθε άβαταρ θα αποκτήσει το δικό του άβαταρ – στο metaverse. Νέο πεδίον δόξης λαμπρόν για κοινωνιολόγους, φιλοσόφους, ψυχιάτρους, απατεώνες και πορνογράφους. Πάντως, οι φοβίες απέναντι στην τεχνολογία είναι χάσιμο χρόνου. Το 2021 ήταν δύσκολο, αλλά έθρεψε την πίστη όσων θέλουμε να νοσταλγούμε το μέλλον και όχι το παρελθόν. 


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a14
© Getty Images/ Ideal Image

Kύριε Γεράσιμε, σας ξύπνησα; πήρα να πω μια καλημέρα

Κείμενο: Ευθύμιος Σαββάκης

Φλεβάρης. Το τηλέφωνο δεν προλαβαίνει να χτυπήσει για τρίτη φορά. Το περίμενε πώς και πώς. «Κύριε Γεράσιμε, σας ξύπνησα; Πήρα να πω μια καλημέρα. Είδατε τι ήλιο μάς κάνει σήμερα;» Η ίδια γνώριμη φωνή. Από ένα πρόσωπο που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Ο κύριος Γεράσιμος είναι πωλητής της «Σχεδίας», ενός σπουδαίου περιοδικού που απασχολεί άνεργους, άστεγους, ανθρώπους που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Από τις πωλήσεις του περιοδικού πολλοί επέστρεψαν σε αυτά που για άλλους είναι αυτονόητα. Νοίκιασαν ένα σπίτι, πήγαν για έναν καφέ, σταμάτησαν να νιώθουν αόρατοι. Το σκληρό lockdown εξαφάνισε κάθε κίνηση από τους δρόμους. Μαζί και τα χαμόγελα των πωλητών, που επέστρεψαν σε ένα καθεστώς μοναξιάς. Μια μέρα οι άνθρωποι της «Σχεδίας» πήραν μια απόφαση. Θα δημιουργούσαν το πρότζεκτ «τηλεφωνητές αγάπης». Το σχέδιο είχε ως εξής: Εθελοντές θα καλούν καθημερινά τους πωλητές. Για μια καλημέρα, για να μοιραστούν νέα, για να τους υπενθυμίσουν ότι δεν αργεί η μέρα που θα επιστρέψουν στα πόστα τους. Για να μη νιώσουν ούτε μία μέρα μόνοι. Αυτός ήταν ο στόχος. Το κάλεσμα έγινε απόγευμα. Μέχρι το βράδυ είχαν δηλώσει συμμετοχή περισσότερα από 30 άτομα. Ο συνολικός αριθμός έφτασε τους 130! Φίλοι του περιοδικού, συνταξιούχοι, οικογένειες, εταιρείες, φοιτητές. Από κάθε γωνιά της χώρας. Για μήνες ολόκληρους μιλούσαν με τους πωλητές. Σε ένα ραντεβού που ανανεωνόταν αυτόματα για την επόμενη μέρα. Χωρίς να πει κανείς τίποτα. Όπως κάνουν μεταξύ τους οι φίλοι. Ο κύριος Γεράσιμος μοιράστηκε με τη φωνή στην απέναντι γραμμή όλα αυτά που αγαπάει περισσότερο. Έλεγε πόσο του αρέσει να διαβάζει, να ακούει μουσική τα απογεύματα, αλλά και να ζωγραφίζει. Αυτό ήταν το μεγαλύτερό του πάθος, που άφησε εδώ και πολλά χρόνια. Τον συνάντησα χαμογελαστό στο κέντρο ένα απόγευμα του Μαΐου. Είχε επιστρέψει, όπως και οι υπόλοιποι πωλητές, στο πόστο του. Μου εξιστόρησε πώς πέρασε με τηλεφωνική παρέα τους δύσκολους μήνες και πόσο χαίρεται που σήμερα τα τεύχη πουλήθηκαν γρήγορα. Γιατί βιαζόταν να επιστρέψει στο σπίτι και να συνεχίσει αυτό που άφησε στη μέση. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, ένα πρωινό, είχε φτάσει ένα μεγάλο δέμα στα κεντρικά γραφεία της «Σχεδίας» στην Κολοκοτρώνη. Ξετυλίχτηκε ένα ολόκληρο σετ ζωγραφικής. Στην κάρτα έγραφε «Για τον φίλο Γεράσιμο». 


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a16
© Δημήτρης Τσουμπλέκας

Τη χρονιά που γεννήθηκε το ελληνικό #ΜeΤoo

Κείμενο: Κέλλυ Σταυροπούλου

Μου προκαλεί αμηχανία ο όρος «ελληνικό ΜeΤoo». Γενικά είμαι επιφυλακτική στο να διατυπώνω φεμινιστικές απόψεις. Νομίζω ότι με αποσυντονίζει η ιδέα της πόλωσης. Όπως επίσης δεν «αξιοποίησα» δεόντως τα γεγονότα στις αρχές του 2021, οπότε ακούστηκαν οι πρώτες δημόσιες μαρτυρίες σεξουαλικής κακοποίησης στη χώρα μας, προκειμένου να εκτονώσω κι εγώ λίγο από τον θυμό μου, που σίγουρα εκεί ήταν, είτε το συνειδητοποιούσα είτε όχι. Αυτό όμως που μου συνέβη σίγουρα ήταν ότι με πόνεσε το στομάχι μου. Δεν έβλεπα ποιος μιλάει, ποιος απαντάει, πώς χειρίζεται τη δημόσια εικόνα του ο ένας και ο άλλος. Έβλεπα ένα κάστρο να πέφτει και από τη μία χαιρόμουν, από την άλλη φοβόμουν. Φοβόμουν αρχικά γι’ αυτούς που βγήκαν και μοιράστηκαν το βίωμα της κακοποίησής τους. Έλεγα: Θα τους φερθούν καλά τώρα; Πώς θα είναι η ζωή τους αύριο; «Ταυτίζεσαι με το θύμα», μου απαντούσα. Φοβόμουν την απειλή γύρω μου, που πια δεν ήταν ένας τρελός σ’ ένα μακρινό χωριό, αλλά η πραγματικότητα δίπλα μου: ένας άνθρωπος που κάποτε του ζητήσαμε αυτόγραφο, ένας άλλος που νομίζαμε ότι είναι σοβαρός και σημαντικός. «Καλωσόρισες στον κόσμο», ειρωνευόμουν τον ίδιο μου τον εαυτό. Φοβόμουν για τις επιλογές μου όταν άκουγα κοντινούς μου ανθρώπους να διατυπώνουν απόψεις μετριοπάθειας ή άμυνας γι’ αυτό που συνέβαινε. «Θα μείνεις και μόνη σου τώρα; Μάλλον φταίει το lockdown», με αντέκρουα. 

Τώρα, εκ των υστέρων, βλέπω ότι ήταν ωφέλιμη η συγκυρία ότι ήμουν/ήμασταν όλοι κλεισμένοι στο σπίτι μας τη στιγμή που άνοιξε αυτό το σκοτεινό αμπάρι. Ναι, ίσως να μην άνοιγε καν σε άλλη περίπτωση. Ήταν η στιγμή που δεν υπήρχαν αντιπερισπασμοί. Το περισσότερο που μπορούσες να κάνεις ήταν μια βόλτα το τετράγωνο, για να συνειδητοποιήσεις τι άκουσες, γιατί σε πλήγωσε τόσο, γιατί του αντιστάθηκες κ.τ.λ. Και μετά, πάλι πίσω.

Σε μια ζεστή αγκαλιά, αν ήσουν τυχερός. Σε μια γενναία συνειδητοποίηση ότι χρειάζεσαι μια τέτοια αγκαλιά και κάτι θα κάνεις γι’ αυτό. Αν ήσουν άτυχος, στην απόφαση να μιλήσεις επιτέλους και να φτιάξεις μια βαλίτσα. Δεν υποτίμησα ούτε μία από τις μαρτυρίες που είδα στην τηλεόραση ή που άκουσα ή που διάβασα σε προσωπικά accounts ή που μου εξομολογήθηκαν ή που εξομολογήθηκα η ίδια. Κάποιες ίσως να προήλθαν ως μια απέλπιδα προσπάθεια για λίγη προσοχή. Και; Αλήθεια ήταν όλα. Η αλήθεια ανθρώπων που ένιωσαν από κακοποιημένοι και παραβιασμένοι έως συμπιεσμένοι ή παραμελημένοι. Δεν χρειάζεται να τα βάζεις στη ζυγαριά αυτά τα πράγματα. 

Στις 20 Φεβρουαρίου, που ο Δημήτρης Λιγνάδης συνελήφθη με την κατηγορία του βιασμού κατά συρροή, άρχισαν να κάθονται τα πράγματα μέσα μου. Σταμάτησα και να παρακολουθώ. Θεώρησα ότι όλα έχουν πάρει τον δρόμο τους. Στις 27 Ιουλίου, που προφυλακίστηκε ο Πέτρος Φιλιππίδης, ήμουν διακοπές και γέλασα χαιρέκακα όταν το άκουσα. Λυπάμαι που το λέω, ειδικά μέχρι να αποφανθεί η Δικαιοσύνη. Η τιμωρία όμως έχει μέσα συμβολισμό και συλλογική λύτρωση, ειδικά όταν είσαι δημόσιο πρόσωπο. 

Απλώς σκέφτομαι τι γίνεται με τους υπόλοιπους που είναι ακόμη εκεί έξω. Ειδικά με τους μουλωχτούς, με αυτούς που δεν φωνάζουν την εξουσία τους και δεν αποτελούν αυτονόητη απειλή. Εξουσία είναι η έδρα του καθηγητή, η τσέπη του μπαμπά, ο λόγος του προϊσταμένου, η σαγήνη του καλλιτέχνη, και πάει λέγοντας. Νομίζω πάντως ότι όλοι πήραμε το μάθημά μας. Άλλοι φοβούνται περισσότερο, άλλοι άρχισαν δειλά δειλά να σέβονται, άλλοι πήγαν σε ψυχίατρο, άλλοι πήραν διαζύγιο, άλλοι εκτίμησαν περισσότερο κάποιον που είχαν του χεριού τους, άλλοι ζήτησαν συγγνώμη. Συνέβησαν πράγματα το 2021, όσο να πεις.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a18
Η συνεργάτις της «Καθημερινής» Μαριάννα Κακαουνάκη, στο κλειστό γυμναστήριο του Τόκιο. 

Aναμνήσεις από τους Αγώνες της πανδημίας

Kείμενο: Μαριάννα Κακαουνάκη

Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό εν μέσω πανδημίας. Με μια ενδιάμεση στάση, θα έφτανα στο Τόκιο σε 18 ώρες. Μαζί μου είχα τα τρία μοριακά τεστ που μου είχαν ζητήσει και στο κινητό είχα ήδη ενεργοποιήσει την εφαρμογή στην οποία θα καταχώριζα όλες τις κινήσεις μου αλλά και την κατάσταση της υγείας μου καθημερινά για τις επόμενες πέντε εβδομάδες. Θα ήταν η όγδοη ολυμπιακή διοργάνωση στην οποία θα εργαζόμουν ως δημοσιογράφος και ήξερα πως όλα θα ήταν διαφορετικά. Στο αεροδρόμιο πήρα μια πρώτη γεύση: εξονυχιστικός έλεγχος των εγγράφων, αναμονή για να βγει ένα τέταρτο τεστ. Συνολικά πέρασαν οκτώ ώρες μέχρι να μπω στο λεωφορείο για το ξενοδοχείο. Παρότι εξαντλημένη, θυμάμαι να προσπαθώ να μείνω ξύπνια σε όλη τη διαδρομή για να δω την πόλη από το παράθυρο. Τις πρώτες εβδομάδες δεν επιτρεπόταν να κινηθώ παρά μόνο μεταξύ ξενοδοχείου και του χώρου εργασίας μου – που αυτή τη φορά ήταν το γήπεδο όπου διεξάγονταν τα αγωνίσματα της ενόργανης γυμναστικής. 

Και εκεί, όμως, οι πρώτες ημέρες ήταν περίεργες. Υπήρχε κατ’ αρχάς τεράστια δυσκολία στην επικοινωνία. Οι περισσότεροι Ιάπωνες συνάδελφοι δεν μιλούσαν καλά αγγλικά και, το κυριότερο, έμοιαζαν άκεφοι. Σαν να μην ήθελαν τους Αγώνες. Με το που ξεκίνησαν όμως να έρχονται αθλητές, έγινε κάτι μαγικό. Σαν όλοι να ξεχάσαμε τις δυσκολίες του περασμένου χρόνου. Μου μίλησαν με αγάπη για το γήπεδο που είχαν κατασκευάσει με ιαπωνικό ξύλο, το πώς ένας τεχνίτης είχε σκαλίσει ένα ένα τα νούμερα στις θέσεις που δυστυχώς θα έμεναν κενές. Ένας από τους επικεφαλής της εγκατάστασης μου μίλησε με συγκίνηση για τον πατέρα του που ήταν ολυμπιονίκης της ενόργανης στους Αγώνες του ’64 και πως τον «ένιωθε» μέσα στο στάδιο. Μου έδειξαν με περηφάνια τα μετάλλια που είχαν κατασκευαστεί εν μέρει από ανακυκλώσιμά υλικά, τα μπουκέτα με τα λουλούδια που έρχονταν από την πολύπαθη Φουκουσίμα.  

Τελικά, οι Αγώνες αυτοί ήταν πράγματι διαφορετικοί. Αλλά όχι για τους λόγους που  περιμέναμε. Όταν ξεκίνησαν, υπήρχε πλέον μια ζεστή ατμόσφαιρα. Λίγο σαν οικογενειακή γιορτή. Προσωπικά, συγκινήθηκα και τις δύο φορές που είδα τον Λευτέρη Πετρούνια να αγωνίζεται, αλλά και στην εμφάνιση της Οκσάνα Τσουσοβίτινα που στα 46 της συμμετείχε για έβδομη και τελευταία φορά στους Ολυμπιακούς και μας είπε φεύγοντας πως ήλπιζε να είναι παράδειγμα για τα νεότερα κορίτσια – πως η ενόργανη δεν είναι υποχρεωτικό να τελειώνει μετά τα είκοσι. Αλλά εάν έπρεπε να ξεχωρίσω μια στιγμή, αυτή θα ήταν όταν η Σιμόν Μπάιλς, το απόλυτο φαβορί των Ολυμπιακών, ανακοίνωσε πως θα αποσυρθεί από τους αγώνες για να επικεντρωθεί στην ψυχική της υγεία. Η πανδημία είχε δοκιμάσει τα όρια αντοχής όλων μας, αλλά εκείνο το βράδυ, στους Αγώνες του Τόκιο, σαν να απενοχοποιήθηκε το δικαίωμα να φροντίζουμε τους εαυτούς μας με όποιον τρόπο κρίνει ο καθένας. Όσοι ήμασταν εκεί την καταχειροκροτήσαμε.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a20
© Getty Images/ Ideal Image

Ένα ληγμένο διαβατήριο και δύο ζεύγη μουστάκια

Κείμενο: Μαργαρίτα Πουρνάρα

Από τότε που έβγαλα πρώτη φορά διαβατήριο στη ζωή μου, στα 20 μου χρόνια –το 1991– για να συναντήσω τον αδελφό μου που σπούδαζε στο Εδιμβούργο, το κοντέρ μου έχει γράψει άπειρα αεροπορικά μίλια. Βρέθηκα να κοιμάμαι σε σκηνή στη Σαχάρα, να βλέπω φάλαινες στον Ειρηνικό, να επισκέπτομαι την πυραμίδα του Χέοπα, να γνωρίζω τη χαώδη ρυμοτομία της Κωνσταντινούπολης, να τρώω στρείδια στα Χάιλαντς και πέστροφες στο Μιλγουόκι. Ταυτόχρονα, έγινα άσος στο να λύνω όλους τους γρίφους των ξενοδοχείων, κοινώς από πού κλείνουν τα φώτα του δωματίου και πώς ανοίγει το ντους, θέματα που ταλαιπωρούν τους πρωτόβγαλτους ταξιδιώτες. Το ταξίδι ήταν κάτι τόσο φυσικό όσο να ξυπνάω το πρωί και να κοιμάμαι το βράδυ, αν και πολλές φορές μού είχε τύχει να ανοίγω τα μάτια μου και να μην ξέρω πού βρίσκομαι. Όσο για τη βαλίτσα; Ήταν η φυσική προέκταση του χεριού μου. Είχα εκπαιδευτεί να τη φτιάχνω τόσο γρήγορα, που ακόμα και σήμερα, αν γίνει σεισμός, θα κατεβώ σίγουρα με τα χρειώδη υπό μάλης. 

Λίγο πριν κάνει την εμφάνισή της η πανδημία, είχα αποφασίσει πως enough is enough, θα παλουκωνόμουν επιτέλους και θα αντιμετώπιζα αυτό που ο Μποντλέρ, νομίζω, αποκαλούσε «ο τρόμος της οικίας». Πώς όμως μεταμορφώνεις ένα υπνωτήριο, βεστιάριο και ντουσιέρα σε πραγματικό σπίτι που θες να μη διέρχεσαι απλώς, αλλά να γίνει το κουκούλι σου; Η απάντηση ήρθε με το Σισί, μια σταλιά γατούλα που σώθηκε μπαρουτοκαπνισμένη από τις πυρκαγιές στο Μάτι και συμπληρώθηκε λίγο αργότερα από τον ολόγκριζο Μάζελ, έναν τρυφερό και άτακτο Κηφισιώτη γάτο. Άνοιγα την πόρτα και δύο ζεύγη μουστάκια μού γαργαλούσαν τα πόδια με τόση αγάπη, που σκεφτόμουν πώς θα τα αποχωριστώ. 

Πάνω στη διπλή γατοθεσία ήρθαν να κάτσουν ο κορωνοϊός, η καραντίνα και οι περιορισμοί στα ταξίδια. Τώρα, στο πρώτο συρτάρι του γραφείου μου είναι το ληγμένο εδώ και καιρό διαβατήριό μου. Έχει επάνω και τη φωτογραφία μου. Δείχνω πολύ πιο ανήσυχη από όσο είμαι σήμερα.


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a22
Η Άννα Μαρία Ζαφειριάδου και ο Σουίφερ, ο σκυλάκος που ίσως δεν πιστεύει πως είναι ζωντανός. 

Mικρές ιστορίες ζωοφιλικού ηρωισμού

Kείμενο: Τασούλα Επτακοίλη

«Είμαι ο σκύλος που πέταξες. Ήμουν μικρός, όμορφος, μαλλιαρός και με ήθελαν όλοι. Με πήρες εσύ. Και μετά ίσως έφαγα μια παντόφλα. Ίσως αρρώστησα. Ίσως με βαρέθηκες, γιατί ήθελα να πηδάω πάνω σου και επιζητούσα την προσοχή σου. Με πέταξες, λοιπόν. Δεν μπορούσα να περπατήσω στους δρόμους. Πονούσα πολύ, πεινούσα πολύ. Κρυβόμουν. Μέχρι που κάποιος με βρήκε. Ευτυχώς, όχι πολύ αργά. Έχω λεϊσμανίαση, έχω σκουλίκι στην καρδιά, είμαι γεμάτος άγανα. Αλλά αποφάσισα να πάρω καινούργιο όνομα, Σουίφερ, να ξαναγίνω κάποτε μαλλιαρός και να βρω ένα σπίτι όπου θα με αγαπούν και θα με σέβονται. Εκεί θα ξεχάσω όσα πέρασα. Είμαι ο Σουίφερ και σε συγχωρώ, γιατί είμαι σκύλος».

Είναι ένα μεσημέρι του Ιουλίου στη Φελώνη Ξάνθης και ο κάμπος με τα καλαμπόκια αχνίζει, θαρρείς, από την αφόρητη ζέστη. Η Άννα Μαρία Ζαφειριάδου, ιδρύτρια του σωματείου Αδεσποτούλια Ξάνθης, κρατάει στην αγκαλιά της έναν μικρόσωμο σκύλο – ή, για να είμαι ακριβής, ένα ζώο που θυμίζει σκύλο. Το τρίχωμά του έχει στο μεγαλύτερο μέρος του μαδήσει, το δέρμα του είναι γεμάτο πληγές και τα μάτια του καλυμμένα με βλέννα. Πριν από λίγες εβδομάδες, τον βρήκε μισοπεθαμένο σε ένα χωράφι. Είχε λουφάξει ανάμεσα στους θάμνους και περίμενε το τέλος του. 

Τον έφερε στο καταφύγιο για να προσπαθήσει, μαζί με τους υπόλοιπους εθελοντές, να τον «αναστήσουν», όπως έχουν κάνει με εκατοντάδες αδέσποτα τα τελευταία χρόνια. Ο Σουίφερ είναι τεσσάρων ετών κι εκείνη, μπροστά στην κάμερα της εκπομπής Πλάνα με ουρά της ΕΡΤ, μας αφηγείται την ιστορία του. Δεν έχει σημασία αν δεν την ξέρει. Μπορεί εύκολα να τη μαντέψει. Είναι μια ιστορία εγκατάλειψης από τις χιλιάδες που καταγράφονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Η Άννα Μαρία μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. Δίνει φωνή σε ένα ζώο που βίωσε για λίγο τη θαλπωρή ενός σπιτιού κι έπειτα καταδικάστηκε να ζήσει την αγριότητα των δρόμων. Την ακούω και δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. 

Τέτοιες στιγμές μού επιφύλαξε πολλές το 2021. Μέσα από τα γυρίσματα της εκπομπής αλλά και τα ρεπορτάζ για την «Καθημερινή», συνάντησα δεκάδες εθελοντές φιλοζωικών οργανώσεων – από την Καλαμάτα μέχρι το Πήλιο κι από τη Δράμα μέχρι τα Χανιά. «Γιατί το κάνετε; Γιατί αφήνετε τις δουλειές σας και τις οικογένειές σας, γιατί αφιερώνετε χρόνο και χρήμα για να μαζέψετε από τον δρόμο και να φροντίσετε γάτες τυφλές ή ακρωτηριασμένες, σκύλους κακοποιημένους ή άρρωστους;» τους ρωτούσα κάθε φορά.

Οι απαντήσεις τους ήταν πάντα ίδιες:
– Γιατί δεν μπορούμε να στρέψουμε το βλέμμα μας αλλού.
– Γιατί δεν μπορούμε να γυρίσουμε στο σπίτι μας και να κοιμηθούμε αν έχουμε προηγουμένως δει ένα ζώο στον δρόμο, να πεινάει, να διψάει, να είναι άρρωστο.
– Γιατί αυτά τα κατατρεγμένα ζώα είναι σαν να μας λένε: «Μόνο εσάς έχουμε, κανέναν άλλο».
– Γιατί έχουμε απόθεμα αγάπης μέσα μας.
– Γιατί τα ζώα έχουν αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τη ζωή και τον κόσμο.
– Γιατί φροντίζοντας τα ζώα, γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι.

Κάθε φορά που έχω, ως δημοσιογράφος, την ευκαιρία να παρουσιάσω τη δράση μιας φιλοζωικής οργάνωσης, νιώθω ότι αφηγούμαι μια ιστορία ηρωισμού. Μακάρι το 2022 να φέρει σε όλους μας λίγο από αυτόν τον ηρωισμό: περισσότερη φιλοζωία και ανθρωπιά. Αυτά, άλλωστε, είναι αλληλένδετα. Χωρίς το ένα δεν υπάρχει και το άλλο…


2021-skepseis-o-dikos-mas-apologismos-meros-a24
© Getty Images/ Ideal Image

Ωδή στις φιλίες που έφυγαν

Κείμενο: Άρης Αλεξανδρής

Η τηλεόραση και ο κινηματογράφος –λιγότερο, νομίζω, η λογοτεχνία– έχουν δημιουργήσει για τη φιλία μια εικόνα τόσο εξιδανικευμένη και δημοφιλή, που έχει καθορίσει και την αντίληψή μας γι’ αυτήν, στην αληθινή ζωή: ακατάλυτοι δεσμοί, αναλλοίωτη οικειότητα, συνεχής επαφή, έντονα συναισθήματα αγάπης και αμοιβαίες ηθικές υποχρεώσεις πλάθουν ένα σχεδόν καταναγκαστικό πεπρωμένο συμπόρευσης, ανάμεσα σε tags στα social media, κοινές φωτογραφίες από γάμους, βαφτίσεις, διακοπές και ασταμάτητες δηλώσεις αφοσίωσης. Από μικρή ηλικία εκπαιδευόμαστε να βλέπουμε τη φιλία ως μέτρο της ατομικής μας αξίας (δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι), ως ένδειξη της θέσης μας στον κόσμο, αλλά και ως απαραίτητο εργαλείο υπαρξιακής νομιμοποίησης. Ποιος είσαι χωρίς φίλους; Μάλλον κάποιος ακραία προβληματικός. Ίσως ο κανένας.

Η πανδημία, τα lockdowns και η κοινωνική αποστασιοποίηση δοκίμασαν την πραγματικότητα της φιλίας με έναν κυνικό τρόπο. Κατά μία έννοια, ήταν σαν να μας είπαν «για να δούμε τώρα που δεν μπορείτε να συναντηθείτε, πόσο φίλοι θα παραμείνετε». Ο κυνισμός, ωστόσο, εμπεριέχει ένα είδος ειλικρίνειας που οι συμβάσεις της καθημερινότητας τείνουν να αποσιωπούν στο όνομα της παράδοσης, της ευκολίας και της ευγένειας. Η Covid-19 δεν εμπόδισε απλώς τις κοινωνικές συναναστροφές, αλλά έσπειρε και μια γνήσια αμφιβολία ως προς τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητά τους: ο τάδε δεν μπορεί να βγει, ήρθε σε επαφή με κρούσμα· ο δείνα κάνει τηλεργασία από το χωριό του, άρα δεν θα είναι διαθέσιμος στο προσεχές μέλλον. Μετά τις πρώτες ματαιώσεις, το μυαλό αρχίζει να παίρνει διαφορετικές στροφές: Ήταν τελικά απαραίτητες αυτές οι επαφές; Θα πάθω κάτι αν τις χάσω;

Το είχα συνειδητοποιήσει από το 2020. Το 2021 το επιβεβαίωσα και το πήρα απόφαση: όχι, δεν θα πάθω κάτι αν χάσω τις περισσότερες φιλικές μου επαφές. Για την ακρίβεια, μπορεί και να μου κάνει καλό αν τις χάσω. Αυτή η διαπίστωση διαβάζεται σαν προκλητικό δείγμα μισανθρωπισμού, αλλά δεν είναι. Οι ρομαντικές φιοριτούρες που έχουμε επιστρατεύσει για να περιγράψουμε τη φιλία, κουκούλωσαν ένα πολύ βασικό της γνώρισμα – απομυθοποιητικό, αλλά αναπόδραστο: οι φιλίες δεν είναι «καρμικά συμβάντα», όπως μας αρέσει να πιστεύουμε, αλλά κυρίως πλάσματα των συγκυριών· συναντήσεις ανθρώπων που κρατάνε όσο το επιτρέπουν οι συνήθειες, οι απόψεις, η αισθητική, το πρόγραμμα, η τυχαιότητα, το συμφέρον τους. Μέσα στην πανδημία, βιώσαμε δοκιμαστικά τις συνέπειες μερικών ενδεχόμενων απωλειών. Πώς είναι να στερείσαι τις εξόδους σου, τις παρέες σου, τα αγαπημένα σου μαγαζιά, τα καθιερωμένα ραντεβού σου. Κάποιοι, στη συνέχεια, έπιασαν τη ζωή τους από εκεί ακριβώς που την άφησαν πριν από την πανδημία. Οι φιλίες τούς περίμεναν στην άκρη σαν προϊόντα στο καλάθι και σαν χρέη, παράλληλα. Κάποιοι άλλοι, κάναμε το δοκιμαστικό μόνιμο. Το αποτέλεσμα ήταν λυτρωτικό.

Παρότι παγίωσε τη βαριά και ασήκωτη πανδημική αντικανονικότητα ως νέο τρόπο ζωής, ο τελευταίος χρόνος πέρασε τρέχοντας και έδωσε καινούργια αξία στην έννοια της επένδυσης. Όταν απομακρύνεσαι από τις συνήθειές σου, αρχίζεις να τις βλέπεις με πιο εξεταστικό πνεύμα – ίσως τους ζητάς και τον λογαριασμό. Τότε συνειδητοποιείς ότι κάθε συνάντηση «με την παρέα», κάθε ξενύχτι, κάθε ταξί από και προς κάποιο φιλικό σπίτι είναι χρόνος. Ο χρόνος είναι σπανιότητα. Και οι σπανιότητες πρέπει να τυγχάνουν προσεκτικής μεταχείρισης. Ας χαθούν μερικές φιλίες, αν η επένδυσή τους δεν τραβάει. Δεν χάθηκε και ο κόσμος! Αρκεί να γίνεται καλύτερη η ζωή μετά.

–> 2021 σκέψεις (Μέρος ΄Β)