COVID-FREE ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Βερλίγκα, Ασπροπόταμος – Ήπειρος: Χωρίς αντισηπτικό

© ΟΛΓΑ ΧΑΡΑΜΗ

Ο ουρανός θέλει να μας πλακώσει από το πρωί. Τον αγνοούμε καλοκαιριάτικα και συνεχίζουμε την εξόρμηση στα βουνά του Ασπροποτάμου.

Είναι κάποια μέρη που, παρότι είναι φτιαγμένα από απλά υλικά, από έλατα, βουνά, ποτάμια, διαφέρουν τόσο πολύ. Τόσα χρόνια στους δρόμους, κι όμως εδώ νιώθω λες και δεν έχω ξαναδεί βουνά, λες και δεν έχω ξανακούσει ποταμό να κυλά. «Δασικό Σύμπλεγμα Ασπροποτάμου», ενημερώνω την παρέα ως παλιά γνώριμη του τόπου, «ανάμεσα στα βουνά-γίγαντες Περιστέρι, Τζουμέρκα, Τριγγία, Κακαρδίτσα, διατρέχεται από τον Ασπροπόταμο, τον Αχελώο δηλαδή, καλύπτεται από οκτώ δάση ατέλειωτων στρεμμάτων, κατοικείται από αρκούδες, λύκους και από τα τσοπανόσκυλα των βοσκών, γι’ αυτό τον νου σας!» 

Ανεβαίνουμε στις πηγές του Αχελώου που σχηματίζουν την εποχική Δρακόλιμνη της Βερλίγκας με το αυτοκίνητο, μη μας πιάσει καμιά βροχή στο μονοπάτι. Δέκα χιλιόμετρα που σου παίρνει πάνω από μία ώρα να τα διασχίσεις – κατσικόδρομος από τους λίγους. Με την ομίχλη να μας τυλίγει στα 2.000 μ. υψόμετρο εντοπίζουμε με δυσκολία τους μαιάνδρους του Αχελώου. Ούτε λόγος για κάμπινγκ – οι πρώτες στάλες πέφτουν παχιές παχιές πάνω μας. Καλοκαιριάτικα με φούτερ και αδιάβροχα. Ερημιά, παγωμένος αέρας, ελευθερία. Να μη θες να φύγεις και να σε διώχνει το βουνό. 

Επιστρέφουμε στο Χαλίκι υπό καταρρακτώδη βροχή. Τα βλαχοχώρια της περιοχής υποτίθεται ότι τα καλοκαίρια ζωντανεύουν, στήνουν θρυλικά πανηγύρια, οι πλατείες γεμίζουν κόσμο. Όχι φέτος, όχι σήμερα, με τέτοιο καιρό. Το αντισηπτικό αχρείαστο εδώ πάνω. Ο μοναδικός άνθρωπος που συναντάμε είναι ο Χρήστος Ζαχάρης, ο φύλακας του χωριού τον χειμώνα. Déjà vu: δυο φορές έχω έρθει και, καθότι χειμώνας, μόνο τον Χρήστο είχα συναντήσει – έμελλε να τριτώσει. Μας περιθάλπει πάλι στο καφενείο La Verliga, ακολουθώντας την ίδια χειμωνιάτικη ιεροτελεστία. Στρώνει φλοκάτες στις παγκάδες, τηγανίζει πατάτες, φέρνει απίθανο τυρί από το τυροκομείο του χωριού, βάζει δυνατό τσίπουρο στα ποτήρια, λίγο έλειψε να ανάψει και τη σόμπα. Και δώσ’ του οι ιστορίες για το παρελθόν και το μέλλον του χωριού, για την άγρια ζωή, για τους μοναχικούς χειμώνες και να και οι συνηθισμένες προτροπές του να ξανάρθουμε το καλοκαίρι. Αύριο μεθαύριο δηλαδή.