ΠΟΛΗ

Τα ερειπωμένα ανάκτορα της οδού Αχιλλέως

ta-ereipomena-anaktora-tis-odoy-achilleos-2297974

Κ​​άτω από τα ξενοδοχεία της πλατείας Καραϊσκάκη, στο Μεταξουργείο, πέρα από την αύρα του αθηναϊκού κέντρου, στέκουν σαν δύο ξεχασμένες λεύκες, δύο σπίτια. Ξεχωρίζουν γιατί βρίσκονται επί της οδού Αχιλλέως, απέναντι από τη μικρή οδό Γιατράκου, που μέσα από σαραβαλιασμένα χαμόσπιτα, πορνεία, αποθήκες και χορταριασμένα οικόπεδα, οδηγεί τον διαβάτη στην καρδιά του Μεταξουργείου.

Αλλά στην Αχιλλέως υπάρχει ένα βουβό δράμα. Ο δρόμος ο ίδιος, όπως και η Λένορμαν, μοιάζει μετέωρος μετά τη διαπλάτυνσή του, τις κατεδαφίσεις παλαιών σπιτιών, το φάρδος που απέκτησε, μαζί με την κίνηση και τον θόρυβο.

Εβλεπα τα δύο ερειπωμένα σπίτια στους αριθμούς 30 και 36 της Αχιλλέως και μου θύμιζαν κορμούς δένδρων σε καψαλισμένο δάσος. Υπήρχαν και άλλα παλαιά κτίρια ολόγυρα, κτίρια από το 1900 ή από το 1935, αλλά αυτά τα δύο που είχαν αιχμαλωτίσει το βλέμμα μου ήταν τυλιγμένα από γάζες μνήμης, σαν αόρατους ιστούς αράχνης. Το σπίτι στον αριθμό 36 είναι διώροφο και όσο μπορεί κανείς να κρίνει από τον διαλυμένο πλαστικό διάκοσμο θα πρέπει να χτίστηκε γύρω στο 1920.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη χάρη σε αυτό το σπίτι. Εχει δέκα γεισίποδες κάτω από τη στέγη και πάνω από τα παράθυρα έχει ταινία με φύλλα δάφνης και τρεις ρόδακες. Αυτή η ευγένεια, κρεουργημένη σήμερα από τον χρόνο και την έλλειψη οποιαδήποτε φροντίδας, φθάνει με τον αέρα με μία χάρη πένθιμη. Είναι ένα από τα τελευταία λάβαρα του αστικού κόσμου της Αχιλλέως.

ta-ereipomena-anaktora-tis-odoy-achilleos0

Αλλά στον αριθμό 30, λίγο πιο πάνω δηλαδή, και δίπλα σε ένα χάσμα που προέκυψε από άλλη κατεδάφιση, στέκεται ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά σπίτια της περιοχής. Είναι ψηλό, τριώροφο, και καθώς το κοιτούσα από το πλάι, σκέφτηκα ότι ο τελευταίος όροφος μπορεί να χτίστηκε αργότερα καθώς η λιθοδομή σταματάει περίπου στη μέση. Αλλά στην όψη, έτσι όπως στέκεται μόνο, χωρίς ψηλούς γείτονες, έχει μια ενιαία ομορφιά, με τα δέκα παράθυρα να χάσκουν, με τις δύο εξώθυρες χτισμένες, με τα δύο μπαλκόνια με σιδεριές που στον πρώτο όροφο βαστάζουν τέσσερα φουρούσια. Ποιος να έχτισε αυτό το μικρό παλάτσο στο Μεταξουργείο; Η φρίζα του κάτω από τη στέγη πρέπει να ήταν αντιγραφή από τα περιζήτητα αρχιτεκτονικά φιγουρίνια γεμάτα με όλες τις διακοσμητικές λεπτομέρειες της τότε μόδας για να διαλέξει ο πελάτης… Ρόδακες και έλικες, ανθέμια και φύλλα δάφνης, μαίανδροι και σπείρες, όλη η ανθολογία του ρομαντικού και κλασικού ρεπερτορίου, την ίδια που βλέπει κανείς σε μέγαρα στο Λονδίνο ή στη Βιέννη, βρίσκεται ακόμη εκεί στην οδό Αχιλλέως. Μια μαρκίζα, ζωφόρος περίτεχνη, λουσμένη στο φως, που αν πάει κανείς ένα ηλιόλουστο πρωινό, καθώς ο ήλιος το πρωί φωτίζει την πλευρά του δρόμου με τους ζυγούς αριθμούς, θα τη δει να στραφταλίζει και να χρυσίζει σχεδόν άθικτη.

Είναι όλα αυτά τα ξέφτια ενός άλλου κανόνα, που όταν βλέπει κανείς να επιζούν χρόνια μετά τον επιθανάτιο ρόγχο τους, στοχάζεται βουβά για την προέλευση και την κατάληξή τους. Σαν σκισμένα και τρύπια υφάσματα από στολές και ενδυμασίες άλλοτε κεντημένες μερόνυχτα, όλα τα μετάλλια και τα παράσημα στην επιδερμίδα αυτών των σπιτιών, λίγα μόνο εκατοστά γύψος, ανακαλούν μία άλλη σχέση με τον χρόνο και την ομορφιά.

Για κάποιον λόγο αυτά τα σπίτια της Αχιλλέως είναι άρρηκτα δεμένα με τη γοητεία της ερείπωσής τους. Προσφέρονται ως μουσεία του εαυτού τους, σε προχωρημένο στάδιο αποσύνθεσης, σαν ένα αρχιτεκτονικό οστεοφυλάκιο, σπαράγματα μιας Αθήνας σε οπισθοφυλακή, με τη βεβαιότητα ότι αυτά που έζησαν κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πόσο μάλλον να φανταστεί.