ΠΟΛΗ

Η μετέωρη πιατοθήκη της οδού Λεχόβου

i-meteori-piatothiki-tis-odoy-lechovoy-561644950

Εκεί που η κάτω πλευρά της πλατείας Αττικής φτάνει έως τις ράγες του τρένου και αγγίζει τα Σεπόλια, μερικά δρομάκια της Αθήνας, άσημα, άχρωμα, μαραμένα τα πιο πολλά, αφήνουν κάποιες σχισμές φωτός. Μοιάζουν παράταιρα καθώς είναι φορτωμένα με σειρές πολυκατοικιών, ενώ ήταν φτιαγμένα για μονώροφα, το πολύ διώροφα σπιτάκια, τόσο άντεχε το φάρδος τους, ώστε να τα γλυκαίνει ο ήλιος και ο αέρας να τα δροσίζει. Σε κάποιους δρόμους, όπως συμβαίνει συχνά σε αυτές τις γειτονιές των άλλοτε μονώροφων σπιτιών, μεγάλες πολυκατοικίες πήραν τη θέση –η καθεμία– δύο και καμιά φορά τριών σπιτιών. Και η γειτονιά άλλαξε σε λίγα χρόνια κλίμακα και σκοτείνιασε και απέκτησε σκληρή επιφάνεια εκεί όπου ανέπνεε το χώμα. Oπως στην οδό Μιλήτου, εκεί στην παλιά γειτονιά της πλατείας Αττικής.

Αλλά τα λίγα σκόρπια σπίτια που μας θυμίζουν τις παλαιότερες μορφές κατοίκησης είναι τα πιο πολλά ακατοίκητα. Κάποια, ιδίως τα κάπως μεταγενέστερα, της δεκαετίας του ’30, στέκουν καλά, όπως μια ισόγεια μονοκατοικία στην οδό Σηστού και άλλες στην οδό Νερούτσου. Μια εξαιρετική μαντεμένια πόρτα στην οδό Μενεμάχου σφραγίζει πλέον ένα αστικό ερείπιο προς πώληση, αλλά γενικά δύσκολα θα βρει ο περιπατητής τα ίχνη του αστικού παρελθόντος ώστε να φτιάξει εκείνες τις στρώσεις της μνήμης που συγκινούν.

Και να που τα βήματά μου με έφεραν σε μια από τις μικρές οδούς της περιοχής. Η οδός Λεχόβου αρχίζει από τη Σεπολίων και τελειώνει στη Νερούτσου, είναι με άλλα λόγια μια σπιθαμή δρόμος, ένα δρομάκι σαν πέρασμα και που άλλοτε σκίαζε μια μεγάλη ακακία. Σήμερα, δεν θα δει πολλά ο διαβάτης, αλλά αν προσέξει θα δει μια ωραία, σιδερένια πράσινη αυλόπορτα σφραγισμένη, με τα αρχικά του ιδιοκτήτη της, «Β. Π.», μέσα σε ρόμβους στο κάτω μέρος. Και θα δει και το οικόπεδο από μια κατεδάφιση. Εκεί όπου βρισκόταν άλλοτε η ακακία και πιο μέσα ένας φοίνικας. Πράσινα αγριόχορτα θεριεμένα από τις βροχές είχαν πυκνώσει την αίσθηση ενός τάπητα της φύσης εκεί που έστεκε το σπιτάκι με την αυλή του, Λεχόβου 7. Δεξιά, τα ίχνη από μια κάμαρα, με μια λαϊκή ζωγραφιά στη βάση της και πιο πίσω σαν κορνίζα στο κενό της ζωής στεκόταν μονάχη μια πιατοθήκη. Μέρες που είναι, όλο και κάποιο τραπέζι θα στηνόταν όπως όπως και η πιατοθήκη θα είχε κίνηση και η μικρή κουζίνα θα μοσχομύριζε. Δεν μπορούσα να δω καλά από απόσταση την πιατοθήκη, αλλά μου φάνηκε ότι ήταν ντυμένη με λουλουδιασμένο μουσαμά και τα ράφια της έστεκαν γερά αλλά άδεια. Η κορνίζα της έμοιαζε με θύρωμα κάποιου κενοταφίου και σαν σουρεαλιστική υπόμνηση, μια πρίζα σωζόταν στα δεξιά.

Οι τούφες από τα αγριόχορτα του Δεκέμβρη πετούσαν πράσινες ανταύγειες στα χλωμά χρώματα της πιατοθήκης με τον λουλουδιασμένο μουσαμά. Και όσο παρατηρούσα την πιατοθήκη μόνη και έρημη, σαν θραύσμα από μια άλλοτε νοικοκυρεμένη κουζίνα, εκεί κάτω από την πλατεία Αττικής, τόσο ένιωθα μάρτυρας ενός φανταστικού οικογενειακού γεύματος που λόγω των ημερών το φαντάστηκα χριστουγεννιάτικο και γιορτινό. Σε εκείνα τα ράφια θα έλαμπε η καλή πιατέλα και σε εκείνο το αθέατο τραπέζι θα σερβιριζόταν το φαγητό.

Ο κρύος αέρος ανέμιζε το παχύ χαλί της χειμωνιάτικης χλόης και η έρημη πιατοθήκη έμοιαζε πιο άδεια από ποτέ. Αλλά στα μάτια μου ήταν ένα παρήγορο θέαμα μέσα στη ματαιότητα της καθημερινότητας την οποία υπηρέτησε. Μια μικρή ιστορία, λίγο χριστουγεννιάτικη και λίγο μελαγχολική, από την οδό Λεχόβου.