ΠΟΛΗ

Ο «νεκρός» της οδού Ελευσινίων

o-nekros-tis-odoy-eleysinion-2034356

Η προοπτική να περπατήσω από τον σταθμό του μετρό στο Μεταξουργείο ώς το θέατρο Επί Κολωνώ με γέμιζε με το γλυκό αίσθημα της περιέργειας. Συνήθως πήγαινα με αυτοκίνητο, αλλά η περιπατητική διάθεση απέναντι στην πόλη με οδηγούσε στον ποδαρόδρομο. Ρουφούσα με το βλέμμα τα σπίτια και τους δρόμους, παρατηρούσα τους περαστικούς, ντόπιους, τουρίστες και μετανάστες. Ημουν στο Μεταξουργείο με κατεύθυνση τον Κολωνό και για μια στιγμή άστραψε στο μυαλό μου η σκέψη ότι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτε πιο «αθηναΐκό» από το να περπατήσω σε αυτούς τους δρόμους.

Πίσω από το ξενοδοχείο «Στάνλεϊ», στην οδό Οδυσσέως, αναζήτησα πάλι τα διώροφα σπίτια στη σειρά, όλα μεσοπολεμικά, από τον διακοσμητικό εκλεκτικισμό του ’20 ώς τον αυστηρό μοντερνισμό του ’30, μια φρίζα παλαιοαθηναϊκής ατμόσφαιρας. Για κάποιον λόγο αναζητούσα «κάδρα» να γαντζώσω το βλέμμα μου. Οχι απαραίτητα σπαράγματα ομορφιάς, αλλά κομμάτια ζωής που αναβλύζει, ζώσα ή ως υπόμνηση.

Γι’ αυτό με αιφνιδίασε όταν έπεσα σε μια εικόνα που ήταν, φαινομενικά, το αντίθετο αυτού που αναζητούσα. Καθώς είχα βγει στη Λένορμαν με κατεύθυνση τις γραμμές του τρένου, κοντοστάθηκα στη γωνία με την οδό Ελευσινίων. Αυτός ο δρόμος με το «μυθικό» όνομα κατέληγε σε ένα γοητευτικό ημικυκλικό κτίριο. Στο ισόγειο υπήρχε ένα συνεργείο αυτοκινήτων και στον εξώστη που διαγραφόταν σαν ακρόπρωρο κυμάτιζε μια γαλανόλευκη. Ηταν μια παράδοξη, ελκυστική εικόνα, γλυκιά και σκληρή, που με έκανε να λοξοδρομήσω και να προχωρήσω στην οδό Ελευσινίων. Ηταν εκεί που με περίμενε η έκπληξη.

Ακριβώς δίπλα ήταν ένα σπίτι που είχε καταρρεύσει. Εστεκε ένα κομμάτι μόνο με τις σάρκες του ξεκοιλιασμένες και τα σπλάχνα του σε κοινή θέα. Εμοιαζε βομβαρδισμένο, σκηνικό για τη «Μάνα Κουράγιο». Ηταν, όμως, απλώς ένα παλιό σπίτι της Αθήνας που έπεσε, όπως πέφτει ένα φύλλο ή όπως κλείνει τα μάτια ένας άνθρωπος. Εστεκε με μία θεατρική δραματικότητα. Μου ήρθαν στον νου σκηνές από τη Συρία ή το Ιράκ, από έργα του Μπέκετ ή του Μπρεχτ, από επικά δράματα βουβών μονολόγων. Αυτό το σπίτι είχε μια ζωή από μόνο του έτσι όπως στεκόταν εκεί νεκρό χωρίς ψιθύρους ή σκιές. Σαν νεκρός πολέμου σε ακαμψία.

Εμενε να συμβολίζει τον κύκλο ζωής μιας ατέλειωτης σειράς ανώνυμων σπιτιών που έδωσαν κάποτε αίμα στην Αθήνα, που γέμισαν με φως και σκιές τη ζωή της πόλης. Θυμήθηκα ένα δημοσίευμα προ πολλών ετών για ένα άλλο σπίτι στην οδό Κολοκυνθούς, που είχε ξαφνικά καταρρεύσει. Ενα δίπατο, με το μαρμαρόγλυπτο μπαλκόνι του, στέμμα σε σωρό από πέτρες. Ηρθαν στον νου σκηνές από σεισμούς στη Μεσσήνη το 1908, στο Αργοστόλι το 1953. Από κατεδαφίσεις, με μαστόρους να σκάβουν ρυθμικά τα πέτρινα σπίτια της Αθήνας. Είδα το σπάραγμα του κτιρίου της Πρωίας στην Πανεπιστημίου, στη «θεατρική» φωτογραφία του Στέλιου Σκοπελίτη, έφερα την προοπτική του επίσημου και δημόσιου στο αφανές και λαϊκό. Αυτό το σπίτι, σαν σφάγιο, σαν λάφυρο, σαν κουφάρι και συλημένος τάφος, έστεκε μπροστά μου, στην οδό Ελευσινίων, ένα προχωρημένο απόγευμα του Ιουλίου, όπως ένα καράβι μνήμης πάνω στις ράγες όλης της πόλης. Ηταν μία αποκάλυψη, ένα νεύμα και ένα σημάδι για τα κοιτάσματα της Αθήνας που βγαίνουν αναπάντεχα στο φως.