ΥΓΕΙΑ

Η άγνωστη ασπίδα μας κατά των ιών

i-agnosti-aspida-mas-kata-ton-ion-2318008

Και όμως, δεν διαθέτουμε μόνο ένα σύστημα άμυνας του οργανισμού απέναντι στους ιούς, αλλά δύο, το καθένα με τη δική του σημασία. Την ανακάλυψη αυτή, που δημιουργεί νέα δεδομένα στην αντιμετώπιση των αναπνευστικών λοιμώξεων και της γρίπης, έκανε το Εργαστήριο Ανοσοβιολογίας του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, με επικεφαλής τον Ευάγγελο Ανδρεάκο, Ερευνητή Α΄- Διευθυντή Ερευνών. Συγκεκριμένα, οι Ελληνες επιστήμονες ανακάλυψαν ότι στον οργανισμό μας υπάρχει και ένα δεύτερο σύστημα αντιιικής προστασίας, τον ρόλο και τη σημαντικότητα του οποίου αγνοούσαμε. Οπως αποκάλυψε η έρευνα του Εργαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στο κορυφαίο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Immunity, η απουσία ή η ανεπαρκής λειτουργία αυτού του άγνωστου μέχρι πρότινος συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε βαριά νόσο ύστερα από μια απλή λοίμωξη με τον ιό της γρίπης, με ανάπτυξη πνευμονίας και σε κάποιες περιπτώσεις οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας, ακόμη και θανάτου. Το Εργαστήριο σε συνεργασία με τη Β΄ Πνευμονολογική Κλινική του νοσοκομείου «Σωτηρία» εξετάζει την ισχύ των ευρημάτων αυτών σε ασθενείς με γρίπη.

Ο μηχανισμός

«Εως πρόσφατα θεωρούσαμε ότι το πρωτογενές σύστημα ανοσιακής άμυνας βασίζεται στις ιντερφερόνες τύπου Ι, πρωτεΐνες του οργανισμού που παράγονται από το αναπνευστικό μας επιθήλιο ως απάντηση στα ιικά παθογόνα. Εμείς ανακαλύψαμε ότι το σύστημα αυτό, το οποίο είναι γνωστό εδώ και περίπου 60 χρόνια, είναι τελικά το δευτερογενές σύστημα. Προηγείται ένα άλλο, το οποίο είναι εκείνο που ενεργοποιείται πρώτο σε μια ιική λοίμωξη» εξηγεί στην «Κ» ο Ευάγγελος Ανδρεάκος. Και συνεχίζει: «Το σύστημα αυτό αποτελείται από τις ιντερφερόνες λάμδα, γνωστές επίσης ως ιντερφερόνες τύπου ΙΙΙ, και όπως το όνομα υποδεικνύει μοιράζεται κοινά χαρακτηριστικά με το δευτερογενές σύστημα το οποίο χρησιμοποιεί τις αντιιικές ιντερφερόνες τύπου Ι, ωστόσο ενεργοποιείται, όπως είπαμε, πρώτο και επιπλέον, κάτι που είναι πολύ σημαντικό, δεν ενεργοποιεί τη φλεγμονή και κατά συνέπεια δεν δημιουργεί συμπτώματα. Αντιθέτως, φαίνεται να έχει επιπλέον ανοσορυθμιστική δράση, σε αντίθεση με τις ιντερφερόνες Ι. Είναι ένα ήπιο σύστημα, το οποίο είναι σε συνεχή λειτουργία. Αν πάρουμε, για παράδειγμα, δείγματα από τον ρινοφάρυγγα υγιών ατόμων, θα ανιχνεύσουμε σημαντική παρουσία ιών –έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε αυτό με τις ευαίσθητες τεχνικές που διαθέτουμε πλέον–, ωστόσο σε πολύ λίγες περιπτώσεις τα άτομα αυτά θα εμφανίσουν συμπτώματα», σημειώνει ο κ. Ανδρεάκος.

Οπως εξηγεί, «ο λόγος που δεν προκαλούνται συμπτώματα λοίμωξης, όπως πυρετός, βήχας, πόνος στους μυς κ.ά., είναι διότι υπάρχει αυτό το σύστημα των ιντερφερονών λάμδα, που λειτουργεί ως η “αθόρυβη” πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού και προλαμβάνει την εκδήλωση της λοίμωξης. Εάν δεν καταφέρει να την αναστείλει, λόγω του ότι το αρχικό ιικό φορτίο που δέχεται κάποιος είναι πολύ υψηλό, ή λόγω ευαισθησίας του αναπνευστικού επιθηλίου εξαιτίας κρύου καιρού, ενεργοποιείται το δευτερογενές ισχυρό αντιιικό σύστημα προστασίας, το οποίο όμως παράλληλα ενεργοποιεί τη φλεγμονή ως ένα επιπλέον όπλο, προκαλώντας ωστόσο παράπλευρες απώλειες στους ιστούς του αναπνευστικού μας συστήματος, ερυθρότητα, πρήξιμο και πόνο στον λαιμό, συνάχι, κ.λπ., βλάβες επώδυνες αλλά απαραίτητες για τον περιορισμό της έντονης λοίμωξης».

O ίδιος εξηγεί ότι το ανακαλυφθέν πρωτογενές σύστημα επιτρέπει νέες θεραπευτικές παρεμβάσεις. «Η ενεργοποίηση της πρωτογενούς αντιιικής προστασίας χωρίς την πρόκληση συμπτωμάτων αποτελεί μεγάλο στοίχημα για την ανάπτυξη νέων θεραπειών των λοιμώξεων τόσο του αναπνευστικού όσο και του υπόλοιπου οργανισμού. Η δουλειά μας καταδεικνύει έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο αυτό μπορεί να επιτευχθεί, τη χορήγηση με τη μορφή εισπνεόμενου, των ιντερφερονών λάμδα ή αναλόγων τους σε ασθενείς που έχουν μόλις εκδηλώσει τη λοίμωξη».

Το πρωτογενές αντιιικό σύστημα εντοπίστηκε με την ολοκλήρωση της αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου γονιδιώματος. «Βρέθηκε ένα σύστημα το οποίο έμοιαζε με το βασικό σύστημα αντιιικής προστασίας, ωστόσο δεν γνωρίζαμε σε τι χρησίμευε, ποια ήταν η δράση, ο ρόλος και η σημασία του, ούτε πώς αυτό διαφοροποιούνταν από το σύστημα των ιντερφερονών τύπου Ι. Αυτό το ανακάλυψε το Εργαστήριό μας, σε σχέση με το αναπνευστικό σύστημα αλλά και με σημαντικές προεκτάσεις σε άλλα συστήματα όπως το γαστρεντερικό και το ουρογεννητικό που έρχονται επίσης σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον. Η διαφοροποίηση των δύο συστημάτων στην ενεργοποίηση της φλεγμονής αλλά και η σοφία με την οποία αυτά συνεργάζονται επιτυγχάνοντας τη μέγιστη προστασία με τις ελάχιστες παράπλευρες απώλειες, ήταν τα βασικά κομμάτια που έλειπαν από το παζλ». Για την ιδιαίτερη σημασία της η έρευνα αυτή, που φέρει ως πρώτο συγγραφέα την Ιωάννα Γαλάνη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Εργαστήριο, βραβεύθηκε πρόσφατα από την Πανελλήνια Ενωση Βιοεπιστημών με το Βραβείο Αριστείας «Φώτης Καφάτος».

Νέα όπλα κατά του εμφράγματος

Η διερεύνηση της λειτουργίας του αντιιικού συστήματος προστασίας τύπου ΙΙΙ δεν είναι η μοναδική ασχολία του Εργαστηρίου. Ενα τμήμα του ασχολείται και με την κατανόηση των φλεγμονωδών μηχανισμών που οδηγούν στα καρδιαγγειακά νοσήματα. Πριν από λίγο καιρό ολοκληρώθηκε το έργο RiskyCAD, που χρηματοδοτήθηκε από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα FP7 και αξιολογήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως ένα από τα πιο πετυχημένα της περιόδου. Το έργο, στο οποίο συμμετείχαν εταίροι από 7 χώρες, συντονίστηκε από το ελληνικό Εργαστήριο και αφορούσε την αναγνώριση ατόμων που πρόκειται να εκδηλώσουν στεφανιαία νόσο και έμφραγμα του μυοκαρδίου. «Το έμφραγμα του μυοκαρδίου και τα εγκεφαλικά οφείλονται στις αθηρωματικές πλάκες, που δημιουργούνται στα στεφανιαία και στα καρωτιδικά αγγεία, με την εναπόθεση λιπιδίων και την ανάπτυξη φλεγμονής», λέει ο κ. Ανδρεάκος. «Μια σταθερή στένωση μπορεί να φτάσει στο 90% και να μη δώσει ποτέ έμφραγμα ή εγκεφαλικό. Και μπορεί σε μια στένωση 30% η πλάκα να διαρραγεί και να δημιουργηθούν θρόμβοι. Αν αυτό συμβεί στα στεφανιαία αγγεία προκαλείται έμφραγμα, αν συμβεί στα μεγαλύτερα καρωτιδικά, ο θρόμβος ταξιδεύει και θα φράξει μικρότερα αγγεία στον εγκέφαλο. Στόχος του προγράμματος RiskyCAD που τελείωσε αλλά και του Taxinomisis, που τρέχουμε τώρα, σε συνέχεια του πρώτου, είναι να αναγνωρίσουμε τις επικίνδυνες πλάκες, οι οποίες δεν εντοπίζονται με τις υπάρχουσες διαγνωστικές μεθόδους, αλλά μπορούν να ανιχνευθούν με ένα συνδυασμό μοριακών, βιολογικών και κλινικών αναλύσεων. Στο RiskyCAD εντοπίσαμε μια ομάδα βιοδεικτών (που επιβεβαιώθηκαν με μία σειρά μεγάλων πληθυσμιακών μελετών σε Φινλανδία, Γερμανία και ΗΠΑ) και αναπτύχθηκε ένα τεστ για την πρόβλεψη του καρδιαγγειακού κινδύνου από μια φινλανδική εταιρεία –εταίρο του προγράμματος– που βασίστηκε σε τρεις από αυτούς τους δείκτες. Ηδη, κυκλοφορεί στη Φινλανδία με την εμπορική ονομασία Heart Attack Risk Test (Hertta). Επίσης, αναπτύχθηκε από Γερμανούς ερευνητές ένας νέος αλγόριθμος υπό τη μορφή εφαρμογής, το COROPREDICT Score, που εκτιμά την πιθανότητα μελλοντικών καρδιαγγειακών επεισοδίων καλύτερα από τα υπάρχοντα συστήματα», σημειώνει ο κ. Ανδρεάκος.

Το Taxinomisis έχει ως στόχο τον εντοπισμό των ασθενών με κίνδυνο ανάπτυξης εγκεφαλικών. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη να κατηγοριοποιηθούν όσοι χρειάζονται πράγματι τη δαπανηρή και επικίνδυνη επέμβαση στις καρωτιδικές αρτηρίες για την αφαίρεση της αθηρωματικής πλάκας.