ΠΡΟΣΩΠΑ

Λορίν Μπακόλ: Οκτώ ιστορίες για ένα μύθο

lorin-mpakol-okto-istories-gia-ena-mytho-2040809

Διαβάζοντας τις 506 σελίδες της αυτοβιογραφίας της «By Myself and then more», συνεντεύξεις της και κομμάτια που γράφτηκαν για τη Λορίν Μπακόλ, συνειδητοποιώ πως, εκτός από «χήρα Μπόγκαρτ», όπως αυτοχαρακτηριζόταν η ίδια με πικρό χιούμορ, υπήρξε μια ηθοποιός που επί 72 ολόκληρα χρόνια κράτησε πρωταγωνιστικούς ή και βασικούς ρόλους σε ταινίες και σε θεατρικές σκηνές.

Ηταν ξεχωριστή, από την αρχή της καριέρας της αλλά και της ενήλικης ζωής της. Και αν οι ρόλοι της δυναμικής φαμ φατάλ που ενσάρκωνε (κόντρα στα πρότυπα του Χόλιγουντ εκείνης της εποχής) οφείλονται στους σκηνοθέτες της (και κυρίως στον Χάουαρντ Χοκς που την ανακάλυψε), η προσωπική πορεία της ήταν θέμα δικών της επιλογών. Κόντρα στις συμβάσεις και τις συμβουλές της μητέρας της, δεν δίστασε να βυθιστεί στον μεγάλο έρωτά της με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ – παρά το γεγονός ότι εκείνος ήταν παντρεμένος και 25 χρόνια μεγαλύτερός της. «Μαζί του έζησα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου», γράφει, «γιατί παντρεύτηκα κάποιον που με λάτρευε, που μου έμαθε τα πάντα για τη ζωή, τους ανθρώπους και τον κινηματογράφο, που με έβαλε σε περιβάλλον με ταλαντούχους και δημιουργικούς ανθρώπους».

Μα και όταν χήρεψε μόλις στα 33 της, δεν το έβαλε κάτω. Πάντα πάλευε να φτιάξει τη δική της ζωή, όπως λέει και ξαναλέει στην αυτοβιογραφία της. Δραστήρια πολιτικά, πολέμησε για τις απόψεις της (οι δημοκρατικές πεποιθήσεις της την έφεραν στην πρώτη γραμμή των αντιδράσεων για τη μαύρη λίστα επί Τζόζεφ Μακάρθι, αλλά και δίπλα στον προεκλογικό αγώνα του Ρόμπερτ Κένεντι).

Εζησε τις καλύτερες στιγμές του Χόλιγουντ ανάμεσα σε άλλους μυθικούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Αν και μισούσε τις ταμπέλες, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, φαντάζομαι ότι θα την ικανοποίησε η ανακήρυξή της σε μία από τις 20 καλύτερες ηθοποιούς όλων των εποχών.

Απ’ όλα όσα διάβασα για εκείνην αυτές τις μέρες κρατώ μία φράση από το άρθρο του Richard Brody στον New Yorker: «Το θέμα με την Μπακόλ, που στα 32 έφτανε στο απόγειο της δόξας της, ήταν η δύναμη, η ανεξαρτησία της… Ηταν πιο σπουδαία από την καριέρα της».

Μια ντίβα γεννιέται

Η λεπτόλιγνη σιλουέτα, τα γκριζοπράσινα μάτια και τα έντονα ζυγωματικά έκαναν τη νεαρή -ήταν, δεν ήταν 18 ετών- Μπέτι Τζόαν Πέρσκι περιζήτητο μοντέλο. Τις πασαρέλες ακολουθούν μερικά επιτυχημένα εξώφυλλα. Στο μεταξύ, παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής και εργάζεται ως ταξιθέτρια κάπου στο Μπροντγουέι – κερδίζει μάλιστα το 1942 τον τίτλο της πιο όμορφης.

Ο σκηνοθέτης του Χόλιγουντ Χάουαρντ Χοκς αναζητεί τη νέα μούσα του. Οταν η σύζυγός του Σλιμ τού δείχνει ένα εξώφυλλο του Harper’s Bazaar με την Μπέτι, καταλαβαίνει πως την έχει βρει. Αυτή είναι. Προτού παρουσιαστεί στο κοινό, όμως, πρέπει να γίνουν κάποιες κινήσεις. Πρώτα πρώτα να αλλάξει το όνομά της. Ο Χοκς τη ρωτά πώς λεγόταν η γιαγιά της – το Σοφία, όμως, δεν του κάνει. Προτείνει το Λορίν, συμβουλεύοντάς την να πει στους δημοσιογράφους πως είναι ένα παλιό οικογενειακό όνομα. Οσο για επώνυμο… θα κρατούσε το πατρώνυμο της μητέρας της – Μπακόλ. Κανένα πρόβλημα για τη νεαρή. Εξάλλου οι σχέσεις με τον πατέρα της ήταν κάθε άλλο παρά καλές. Ο Ουίλιαμ είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του όταν η Λορίν ήταν 8 ετών. Εμφανίστηκε ξανά στη ζωή της πολλά χρόνια αργότερα, όταν εκείνη παντρεύτηκε τον Μπόγκαρτ – για να δώσει συνεντεύξεις ως ο πατέρας της ευτυχισμένης νύφης.

Μετά το όνομα ήρθε η σειρά της ομιλίας. Οπως έλεγε ο επιτυχημένος ήδη σκηνοθέτης, όταν μια γυναίκα γίνεται πολύ συναισθηματική ή αναστατώνεται, υψώνει τη φωνή της. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο απωθητικό από μια ηθοποιό που στριγκλίζει. «Θέλω να εκπαιδεύσεις τη φωνή σου ώστε, ακόμα και σε μια σκηνή με μεγάλη ένταση, να μένει χαμηλή», της λέει και της δίνει ειδικές ασκήσεις. Η Λορίν παίρνει το αυτοκίνητο, ανεβαίνει σε ερημικές τοποθεσίες και αρχίζει. «Αν περνούσε κανείς, θα με έκλειναν σε τρελοκομείο», γράφει η ίδια. «Ποιος μπορεί στην κορυφή του βουνού μέσα σε αυτοκίνητο να διαβάζει πότε δυνατά και πότε με χαμηλή φωνή βιβλία στα φαράγγια. Ποιος; Εγώ!»

«Θα περάσουμε καλά μαζί»

Η πρώτη συνάντηση με τον Μπόγκαρτ, όταν εκείνος γύριζε το «Μονοπάτι προς τη Μασαλία», ήταν μάλλον αδιάφορη. Οπως περιγράφει η ίδια, «ούτε πυροτεχνηματα ούτε μουσικές». Ανταλλάσσουν απλώς μια-δυο τυπικές φράσεις.

Λίγες μέρες αργότερα ξανασυναντιούνται στο σπίτι του Χοκς, που την προορίζει για πρωταγωνίστρια στην επόμενη ταινία του. «Είδα το δοκιμαστικό σου», της λέει ο Μπόγκι. «Θα περάσουμε καλά μαζί».

Ετσι το Φεβρουάριο του ’44 ξεκινούν τα γυρίσματα της «Σειρήνας της Μαρτινίκας». Πρώτη μέρα, πρώτη σκηνή. Η Λορίν μπαίνει από τη μισάνοιχτη πόρτα στο δωμάτιο του Μπόγκαρτ, ρωτώντας «έχει κανείς σπίρτα;» Εκείνος της πετά ένα σπιρτόκουτο. Ανάβει το τσιγάρο της και λέγοντάς του «ευχαριστώ» του πετά πίσω τα σπίρτα. «Το κεφάλι μου έτρεμε, το χέρι μου έτρεμε, το τσιγάρο έτρεμε, κι όσο προσπαθούσα, τόσο πιο πολύ έτρεμα», γράφει. Ο σταρ προσπαθεί να τη βοηθήσει να αισθανθεί άνετα, κάνοντας χιούμορ. Τελικά, όπως περιγράφει η ίδια, «κατάλαβα ότι ο μόνος τρόπος για να μην τρέμει το κεφάλι μου είναι να το κρατήσω χαμηλά, σχεδόν κολλημένο στο στήθος μου, και να κοιτάξω τον Μπόγκαρτ». Ετσι γεννιέται το περίφημο βλέμμα της – αποκτά το υποκοριστικό που θα την ακολουθεί στο Χόλιγουντ: «Το βλέμμα».

Σε μια αξέχαστη σκηνή της ταινίας η Λορίν λέει στον Μπόγκι: «Ξέρεις να σφυρίζεις; Απλά ενώνεις τα χείλη και φυσάς. Αν χρειαστείς κάτι, σφύρα…» Οταν το φιλμ ολοκληρώνεται, οι δυο τους είναι πλέον ζευγάρι – μυστικό στην αρχή γιατί εκείνος είναι εγκλωβισμένος στον τρίτο γάμο του. Λίγες μέρες μετά θα της κάνει το πρώτο του δώρο: ένα χρυσό βραχιόλι – μια ταυτότητα με μια σφυρίχτρα.

Η καλή της φίλη Κάθριν

Η Λορίν το 1950 ακολουθεί τον -σύζυγό της πλέον- Μπόγκαρτ στα γυρίσματα της ταινίας «Βασίλισσα της Αφρικής» (που του χάρισε το Οσκαρ). Εκεί γνωρίζεται με τους συμπρωταγωνιστές του, Κάθριν Χέπμπορν και Σπένσερ Τρέισι. Οπως αποδεικνύεται, αυτή θα γίνει σχέση ζωής. Στενή φιλία δένει τα δύο ζευγάρια. Ακόμα και όταν ο Μπόγκαρτ, χτυπημένος από τον καρκίνο, κλείνεται αδύναμος στο σπίτι, ο Σπένσερ και η Κάθριν είναι από τους λίγους ανθρώπους που έρχονται τα απογεύματα και τους κρατούν συντροφιά. Μετά το θάνατό του παραμένουν οι καλοί της φίλοι – σε αυτούς καταφεύγει για συμπαράσταση και μια καλή συμβουλή.

«Γιατί ήσασταν τόσο καλές φίλες με τη Χέπμπορν;» τη ρώτησαν σε μια συνέντευξη για το People. «Πάντα έχω την αίσθηση ότι η Κάθριν είναι το θηλυκό αντίστοιχο του Μπόγκι. Εχουν τον ίδιο ακέραιο χαρακτήρα. Κάθε λεπτό μαζί της είναι μεγάλο όφελος».

«Η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι»

Ταλαιπωρημένος από τρεις αποτυχημένους γάμους με γυναίκες ηθοποιούς, ο Μπόγκαρτ είναι πεισμένος ότι γάμος και καριέρα δεν μπορούν να συνδυαστούν. Συχνά, μάλιστα, λέει μισοσοβαρά-μισοαστεία ότι η θέση της γυναίκας βρίσκεται στο σπίτι. Από την αρχή της σχέσης τους της ξεκαθαρίζει: «Σ’ αγαπώ και αν θέλεις να κάνεις καριέρα, θα σε βοηθήσω με κάθε τρόπο, αλλά δεν θα παντρευτούμε». Εκείνη βάζει σε δεύτερη μοίρα την καριέρα της χωρίς να το μετανιώσει ποτέ. Ασχολείται πρώτα απ’ όλα με τα παιδιά που απέκτησαν, τον Στίβεν και τη Λέσλι, το μαγείρεμα, το προσωπικό, τα πάρτι στο σπίτι τους. «Ο Μπόγκι ήθελε μια σύζυγο που θα μπορούσε να τον συνοδεύει και να είναι παρούσα – και είχε δίκιο. Το ίδιο ήθελα κι εγώ». «Αν ζούσε ο Μπόγκαρτ, πιστεύετε ότι θα ήσασταν ακόμη ζευγάρι;» τη ρώτησαν κάποτε. «Πιθανότατα, αλλά η ζωή μου θα ήταν τόσο διαφορετική. Δεν θα έκανα θέατρο γιατί αυτό θα μας οδηγούσε στο χωρισμό. Αν και υποθέτω ότι αν ήθελα κάτι πάρα πολύ, δεν θα στεκόταν εκείνος εμπόδιο».

Ο Σινάτρα… στρίβει διά του αρραβώνος

Ο Μπόγκι συμπαθούσε τον Φρανκ Σινάτρα κι ο Φράνκι τον θαύμαζε. Σιγά σιγά η σχέση τους γίνεται στενή και ο νεαρός συχνάζει στο σπίτι τους. Ο Μπόγκι, μάλιστα, έλεγε στη Λορίν ότι ο Φράνκι ήταν τρελός για εκείνην. Η ίδια υποστηρίζει ότι αυτό που τον τρέλαινε και δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν πώς εκείνος, ένας τόσο ελκυστικός σταρ, μπορούσε να μένει πιστός σε μια γυναίκα. Μετά το θάνατο του Μπόγκαρτ η σχέση της 33χρονης χήρας με τον τραγουδιστή-ηθοποιό γίνεται πιο στενή. Γίνονται ζευγάρι. Κι ενώ όλα πηγαίνουν καλά, ο Φράνκι εξαφανίζεται επί μέρες, για να γυρίσει αργότερα ζητώντας συγγνώμη. Αυτό επαναλαμβάνεται αρκετές φορές. Μία από αυτές τής εξηγεί ότι αισθάνθηκε παγιδευμένος, αλλά το ξανασκέφτηκε και της ζητεί να γίνει γυναίκα του – εκείνη δέχεται. Για να γιορτάσουν πηγαίνουν για πότο. Στο δρόμο κάνουν σχέδια για το μέλλον – θα διαμόρφωναν δωμάτια για τα παιδιά της στο σπίτι του. Φτάνοντας, συναντούν έναν φίλο τους, τον Σουίφτι, και του λένε τα σχέδιά τους. Μια θαυμάστρια ζητεί αυτόγραφο από την Μπακόλ και ο Σινάτρα τής λέει «υπόγραψε με το νέο σου όνομα». Ετσι το Λορίν Μπακόλ συμπληρώνεται από το Μπέτι Σινάτρα. Αν και πανευτυχής («θα είχα ξανά έναν σύζυγο, ένα σπιτικό»), εκείνη κρατά μυστικό το γάμο τους. Λίγες μέρες μετά, όμως, διαβάζει πρωτοσέλιδο σε ένα περιοδικό: «Ο Σινάτρα παντρεύεται την Μπακόλ». Το νέο διέρρευσε από τον Σουίφτι. Ο Φράνκι εξαφανίζεται από προσώπου γης. Εξι χρόνια μετά, όταν συναντήθηκαν, της ζήτησε συγγνώμη.

Ενας αποτυχημένος γάμος

Το 1961 γεννιέται ο γιος της, Σαμ, από το γάμο της με τον ηθοποιό του Χόλιγουντ Τζέισον Ρόμπαρτς. Από την αρχή του δεσμού τους, όμως, είχαν προβλήματα – λόγω του αλκοολισμού του, όπως υποστηρίζει η Μπακόλ. Στις 23 Δεκεμβρίου, τη μέρα που πρόκεται να φύγουν από το μαιευτήριο, η Λορίν περιμένει τον Τζέισον να έρθει να τους πάρει. Τον παίρνει τέσσερα τηλέφωνα και εκείνος είναι άφαντος. Οταν επιτέλους απαντά, εκείνη καταλαβαίνει πως είναι τελείως μεθυσμένος. Της λέει ότι θα φτάσει σύντομα με μια μεγάλη έκπληξη. Ερχεται, πολλές ώρες μετά, με μία Ρολς Ρόις. «Μου ήταν παντελώς αδιάφορη, θα προτιμούσα να ερχόταν με ταξί και νηφάλιος».
Ομως, ο Τύπος περιμένει να δει το διάσημο ζευγάρι με το μωρό. «Δεν ήθελα να το κρατήσει ο Τζέισον – φοβόμουν ότι θα του πέσει από τα χέρια. Επέμενε, όμως, και για να μην κάνω σκηνή τού το άφησα. Υστερα από λίγο διαπίστωσα ότι αιμορραγούσα. Ετρεξα στο δωμάτιο για να… ανασυγκροτηθώ. Ημουν αναστατωμένη και τρομαγμένη. Είχα έναν σύζυγο που αγαπούσα, αλλά τίποτα δεν πήγαινε καλά μαζί του». Ο γάμος τους κράτησε οκτώ χρόνια.

Το Οσκαρ που δεν ήρθε

Το 1997 είναι υποψήφια για Οσκαρ β’ γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία «Ο καθρέφτης έχει δύο πρόσωπα» με την Μπάρμπαρα Στρέιζαν. Στο δείπνο το προηγούμενο βράδυ τη συνοδεύουν τα παιδιά της με τους συντρόφους της, ο Κέβιν Σπέισι και ο παλιός της φίλος Κερκ Ντάγκλας. Ολοι τής λένε ότι είναι φαβορί. Φτάνει η μεγάλη βραδιά. Δίπλα της είναι όλη η οικογένεια. Ο γιος της Στιβ τής κρατά το χέρι. «Προσπαθούσα να φαίνομαι ήρεμη – αμφιβάλλω ότι ήμουν πειστική. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να κερδίσω». Ο Κέβιν Σπέισι ανεβαίνει στη σκηνή με το φάκελο στα χέρια, ανακοινώνει τις υποψηφιότητες, την κοιτάζει, της χαμογελά και ανοίγει το φάκελο. «Νικήτρια είναι…». Η καρδιά της χτυπά δυνατά, ο Στιβ τής σφίγγει το χέρι. «Νικήτρια είναι η Ζιλιέτ Μπινός». «Αισθάνθηκα τόσο άσχημα για τα παιδιά μου», γράφει στην αυτοβιογραφία της. «Αναστατώθηκαν για χάρη μου. Το πρόσωπο του Στιβ ήταν κάτωχρο. Η Λέσλι και ο Σαμ είχαν σαστίσει. Στη δεξίωση που ακολούθησε ένιωθα πολύ μόνη. Αυτή η βραδιά είναι για νικητές. Με έσωσε ο Κέβιν Σπέισι, που με πήρε από το χέρι και με ανέβασε στην πίστα». Τελικά κέρδισε το Οσκαρ το 2009 (τιμητικό για τη συνολική προσφορά της στην 7η Τέχνη).

Η μεγάλη επιτυχία στο Μπροντγουέι

Το 1965 πρωταγωνιστεί στο μιούζικαλ «Ανθος του κάκτου», στο θέατρο στο οποίο είχε δουλέψει ως ταξιθέτρια. Τα εισιτήρια για τα δύο χρόνια που παιζόταν η παράσταση ήταν προπωλημένα. Δεν έλειψε ποτέ μια μέρα μόνο για να παραστεί στην αποφοίτηση του Στιβ. «Ενιωθα σαν στο σπίτι μου. Ο Τύπος έγραφε ότι ήμουν πολύ καλή, αλλά ποτέ τα μυαλά μου δεν πήραν αέρα. Δεν ξέρεις ποτέ πόσο θα διαρκέσει η δόξα. Αυτά τα δύο χρόνια, όμως, ήταν εντελώς δικά μου. Κανείς δεν μπορεί να μου στερήσει τον ενθουσιασμό μου όταν είδα το γελαστό πρόσωπο του Ρόμπερτ Κένεντι στην τρίτη σειρά». Για την παράσταση του «Applause» (μεταφορά στο θέατρο του «Ολα για την Εύα»), που ακολουθεί το 1970, ένας κριτικός γράφει: «Με την εκπληκτική ερμηνεία της η Μπακόλ παύει να είναι πρώην σταρ του σινεμά και γίνεται σταρ του θεάτρου».