ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ρευστό «μέσα», το απέραντο «έξω»

Ε​​ίναι ένα έργο «γεμάτο προσωπική νοσταλγία και είναι κατά κάποιον τρόπο ένα ευχαριστήριο γράμμα σε όσα από το παρελθόν με βοήθησαν να αγαπήσω την τέχνη και τους ανθρώπους», λέει ο Δημήτρης Παπαϊωάννου («Κ» 19/05/2018, ρεπορτάζ της Μαρίας Ρηγούτσου από το Χοροθέατρο του Βούπερταλ). Την περασμένη Τρίτη δόθηκε η πρεμιέρα της τελευταίας δουλειάς του «Since she», στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. «Ενας ιερόσυλος όσο και λατρευτικός χαιρετισμός στην Πίνα Μπάους», όπως γράφτηκε επίσης, εννέα χρόνια μετά την αιφνιδιαστική απώλεια της εμβληματικής Γερμανίδας χορογράφου.

Το «ραντεβού» με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου έχει κάθε φορά ξεχωριστή σημασία. Αθροιστικά, οι παραστάσεις του συνθέτουν ένα corpus με αναγνωρίσιμα, «δικά του», χαρακτηριστικά, από το ’86 που ίδρυσε την Ομάδα Εδάφους μέχρι σήμερα, που έχει την ταυτότητα ενός διεθνούς δημιουργού. Πριν από έξι χρόνια δοκίμασε την αρχετυπική λιτότητα της «Πρώτης ύλης». Ο Δ. Παπαϊωάννου με μαύρο κοστούμι και ένας χορευτής γυμνός. Ενα μεγάλο τελάρο, ένα επίμηκες τραπέζι. Μαύρο-άσπρο, τα χρώματα. Τα δύο σώματα πορεύονται παράλληλα, αλληλοδιαπλέκονται, σαν μέλη–μέρη μιας τοιχογραφίας που δεν μπορούν να βρουν τη «σωστή» τους θέση. Τα μέλη χάνονται και επανεμφανίζονται σαν θραύσματα ενός αγάλματος. Ακολούθησαν το «Still life» και πέρυσι «Ο μεγάλος δαμαστής».

Πολλές παράλληλες περφόρμανς, που δεν συνιστούν ενιαία αφήγηση αλλά δοκιμάζουν τόσο τον διαρκή μετασχηματισμό των υλικών όσο και του ανθρώπινου σώματος. Για την ακρίβεια, του μετα-ανθρώπου, που μοιάζει όλο και πιο πολύ με μια κατασκευή. Σωλήνες στη θέση των χεριών, τα πόδια πορεύονται ανεξάρτητα, θυμίζουν πλήκτρα ιδιότυπου πιάνου. Οι σκηνές του «Since she» εντυπώνονται με την οξύτητα του ονείρου. Εισβάλλουν και αιφνιδιάζουν, προκαλούν συγκίνηση ή δυσφορία, αγωνία, χαμόγελα, έχουν χιούμορ, αισθαντικότητα, διάθεση ανατροπής. Θέλουν να ξαφνιάσουν, να προκαλέσουν τις δεδομένες ισορροπίες και να προχωρήσουν ένα βήμα πιο κει, ένα βήμα στο ασυνείδητο, με προστατευτικό δίχτυ την τέχνη. Ο Καραβάτζο και ο Ελ Γκρέκο είναι παρόντες με συνθέσεις που παραπέμπουν σε έργα τους, ο Τομ Γουέιτς, ο Βάγκνερ, ο Μπαχ, η Μαρίκα Παπαγκίκα, ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος, διαπερνούν τη σιωπή, τους φυσικούς ήχους από βήματα ή άλλους θορύβους. Η σπουδαία ομάδα του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ δεν υπηρετεί απλώς, μοιράζεται το σκηνοθετικό όραμα. Ακόμη και όταν οι αναφορές είναι εντελώς ξένες στις δικές τους καταβολές, όπως η σκηνή με το σούβλισμα του αρνιού και το παραλλαγμένο τσάμικο(;).

Τι συνέχει το θέαμα; Η αφαίρεση και η ελλειπτικότητα, οι μικροί κόμποι που μπορεί να είναι θραύσματα μνήμης ή ένας λυγμός ή ένας θυμός που δεν εκδηλώθηκε, ένα «ευχαριστώ» που δεν ειπώθηκε στην ώρα του. Το κολάζ των εικόνων του Δημήτρη Παπαϊωάννου συντίθεται στην κινούμενη άμμο της οπτικής ψευδαίσθησης. Αυτό που βλέπεις σήμερα δεν ξέρεις αν θα το αντιμετωπίσεις και αύριο με τον ίδιο τρόπο. «Τα έργα μου δεν υπάρχουν από πριν», δηλώνει ο ίδιος στο αφιερωματικό στα 30 χρόνια δημιουργίας του, πολυτελές, πρόγραμμα που διατίθεται (δωρεάν) στη Στέγη. «Αν εξαιρέσει κανείς τη “Μήδεια”, που είναι ένα σκηνικό γεγονός πάνω σε έναν πασίγνωστο μύθο, τα υπόλοιπα έρχονται από το πουθενά. Η βασική μου λειτουργία είναι αυτή. Δεν είμαι αυτό που λένε “χορογράφος”. Γράφω έργα για τη σκηνή. Δημιουργώ εικόνες και δραματουργία».

Ο Δ. Παπαϊωάννου δεν είναι storyteller. Είναι εικονοποιός (όπως παραδέχεται και ο ίδιος), κομίστας, μετατρέπει τις λέξεις σε κίνηση, δίνει στον στοχασμό υλική υπόσταση. Οσο φευγαλέο και ρευστό είναι το «μέσα» του ανθρώπου, άλλο τόσο απέραντο και απεριόριστο το «έξω». Ισως γι’ αυτό προτιμά την κυριαρχία του μαύρου στο σκηνογραφικό περιβάλλον.

Δεν ξέρω αν βλέπει τον κόσμο σαν «λευκή σελίδα», όπως υποστηρίζει. Το «αυτοσχέδιο τσίρκο» του «Μεγάλου δαμαστή» υπάρχει και στο «Since she». Η τελετουργία των σωμάτων διαφέρει. Το αρσενικό και το θηλυκό διασταυρώνονται, αλλά δεν συνυπάρχουν. Η τραγικωμωδία της ανολοκλήρωτης ύπαρξης προσφέρει ένα θέαμα πότε εξαιρετικά ελκυστικό, πότε ανοίκειο, σχεδόν τιμωρητικό. Ο Παπαϊωάννου μετακινεί διαρκώς την κλίμακα. Ο σκηνικός χώρος και το ανθρώπινο σώμα είναι πεδία διαρκούς μεταμόρφωσης σε κάτι που δεν έχει ακόμα όνομα. Και αυτό είναι μέρος της γοητείας του.