ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανάμεσα στον ουρανό κι εμάς

Ο Βασίλης Κεκάτος επέστρεψε στην Ελλάδα από τις Κάννες με έναν Χρυσό Φοίνικα για τη μικρού μήκους ταινία του «Η απόσταση ανάμεσα στον ουρανό κι εμάς». Διαρκεί μόλις οκτώ λεπτά και αφηγείται μια ερωτική ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα βενζινάδικο ανάμεσα σε δύο νεαρούς άντρες. Διασταυρώνονται τυχαία, κάπου στην εθνική οδό, και ο ένας από τους δύο χρειάζεται 22,50 ευρώ για να συνεχίσει το ταξίδι του προς την Αθήνα.

Ο Βασίλης Κεκάτος είναι 27 χρόνων, έχει γυρίσει άλλες δύο μικρού μήκους ταινίες και διαθέτει ένα σπάνιο χάρισμα: ουσία κινηματογραφικής αφήγησης. Δεν παίζει ρόλο η διάρκεια. Μπορεί και ένα 8λεπτο να είναι φλύαρο και ανούσιο. Ο Κεκάτος αποσπά από την ανθρώπινη επικοινωνία τη γνωριμία που καμιά φορά πλέκεται αδιόρατα, ανάμεσα από τις γραμμές. Ολα όσα τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα ανάμεσα στις λέξεις, αλλά και με την επιλογή των ίδιων των λέξεων, όλα όσα ενσωματώνονται (ή όχι) στα βλέμματα, στα βήματα που γίνονται, στις μικροκινήσεις. Με τους δύο εξαιρετικούς πρωταγωνιστές του (Νικολάκη Ζεγκίνογλου, Ιώκο Ιωάννη Κοτίδη) βρήκαν τον ρυθμό με τον οποίο χτίζονται οι σχέσεις σε χρόνο ρεαλιστικό και ταυτόχρονα φαντασιακό, εκεί όπου η πραγματικότητα εμπεριέχει την αλήθεια, τη μεταμφιεσμένη επιθυμία, την πρόκληση και την ευαισθησία. Βρήκαν «τη στιγμή», στην πιο καίρια πύκνωσή της. Οταν το πριν και το μετά δεν έχουν καμία σημασία.

«Η “Απόσταση ανάμεσα στον ουρανό κι εμάς” είναι συγχρόνως και μια ταινία για την απόσταση που μας χωρίζει από οτιδήποτε πιστεύουμε ότι δεν θα πλησιάσουμε ποτέ. Από ό,τι κι αν θαυμάζουμε ή επιθυμούμε αλλά για εμάς αστράφτει απρόσιτο», είχε πει ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του (στον κινηματογραφικό ιστότοπο flix.gr). Και ταξιδεύοντας με το βραβείο από τις Κάννες δήλωσε στην «Κ» (27/5): «Η αλήθεια είναι πως ελπίζεις και ονειρεύεσαι για κάποια πράγματα, αλλά ποτέ δεν πιστεύεις πως θα συμβούν σε σένα. Τα τελευταία χρόνια, κάθε άνοιξη, παρακολουθούσα ζωντανά την απονομή των βραβείων του Φεστιβάλ Καννών από το λάπτοπ μου, στην Κυψέλη. Σκεφτόμουν ότι είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου γιατί μπορεί κάποιος άλλος να παρακολουθούσε την απονομή στο δικό του λάπτοπ από τη δική του Κυψέλη, να έβλεπε εμένα να παραλαμβάνω τον Χρυσό Φοίνικα και να αναρωτιέται αν θα έρθει ποτέ η σειρά του να βρεθεί εκεί με μια δική του ταινία. Η δική μου σειρά ήρθε ανέλπιστα και με τον πιο σουρεαλιστικό τρόπο. Η ταινία μας πραγματοποιήθηκε εν μια νυκτί και χωρίς καμιά προσδοκία. Γι’ αυτό αισθάνομαι συγκινημένος, αλλά περισσότερο βαθιά ευγνώμων στους συνεργάτες μου που με βοήθησαν να πραγματοποιήσω το πιο τρελό μου όνειρο».

Ο νεαρός σκηνοθέτης έχει ήδη διανύσει την πιο συναρπαστική διαδρομή: από την επιθυμία στην πραγμάτωση. Πριν από την αναγνώριση και το βραβείο, μπόρεσε να γυρίσει αυτό που ήθελε με απλότητα, αμεσότητα, συνέπεια, τρέλα, καλούς φίλους και συνεργάτες. Το περιγράφει ωραία ο ίδιος, καλύπτοντας την απόσταση από ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη στην ύψιστη διάκριση από το μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ. Αιφνιδίασε και αιφνιδιάστηκε. Αλλά αφηγήθηκε, με μια εικόνα, πως τίποτα δεν είναι ανέφικτο. Μίλησε για το «ανέλπιστο» αφήνοντας ανοικτή την «Απόσταση ανάμεσα στον ουρανό κι εμάς». Ηχεί απροσδιόριστα μεγάλη αλλά εξαρτάται πάντα από το πού τοποθετούμε τον «ουρανό» και πού «εμάς».

Ο Βασίλης Κεκάτος με τη μέχρι σήμερα παρουσία του και τις δηλώσεις του υπόσχεται κάτι περισσότερο από έναν ταλαντούχο και επίμονο νέο δημιουργό. Βρήκε, μέσα στην κρίση, τον βηματισμό του, εστίασε (όπως ο φακός του μένει διαρκώς επικεντρωμένος στα πρόσωπα των ηρώων του, στη γνωριμία του κόσμου τους μέσα από τα χαρακτηριστικά τους). Εστιάζει δεν σημαίνει εμμένει, δεν σημαίνει καθόλου περιορίζει. Το αντίθετο. Η σεξουαλική ταυτότητα των ηρώων είναι δεδομένη. Φωτίζει, όπως λέει και ο ίδιος, «άλλα καθολικά ζητήματα της ζωής, όπως ο χρόνος που έχουν στη διάθεσή τους, η καταγωγή τους ή οι οικογενειακοί δεσμοί τους». «Αυτό νομίζω ήταν πάντα το queer· να δίνεις στον άλλον μια οπτική των πραγμάτων που έως τότε δεν είχε φανταστεί ότι υπάρχει».

Η πρόοδος και η εξέλιξη δεν είναι ευθύγραμμες· έχουν μια queer πλευρά. Κι αυτή δεν είναι ποτέ ίδια ούτε στατική. Οσο αλλάζουμε, αλλάζει. Και αντίστροφα.