ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα διλήμματα του εκσυγχρονιστή

syriza--5

Κάθε πολιτικός ηγέτης εύλογα θέτει το διακύβευμα των εκλογών όπως τον συμφέρει. Τα «διλήμματα» που διατυπώνει τονίζουν τις θεωρούμενες διαφορές με τους αντιπάλους του, αποσκοπώντας σε εκλογικά οφέλη. Το ερώτημα, ωστόσο, από τη σκοπιά του πολίτη, είναι πώς αξιολογούνται τα διλήμματα. Ποιο είναι το μείζον στην παρούσα πολιτική συγκυρία;

Ενα παράδειγμα. Αν θέλεις η χώρα σου να λειτουργεί ως μια κανονική, σύγχρονη χώρα, τι θα επιθυμούσες σήμερα, αν ήσουν Αλβανός, Τούρκος ή Ρουμάνος; Πρωτίστως, εξάλειψη της διαφθοράς, ανεξαρτησία θεσμών, φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα, υγιή οικονομικό ανταγωνισμό.

Αν είσαι ειλικρινής και αδογμάτιστος, οι προτεραιότητες αυτές προέρχονται από την απτή πραγματικότητα που βιώνεις. Δεν απορρέουν από τις ιδεοληπτικές σου εμμονές, προκύπτουν από τον συντονισμό σου με τη βιωμένη πραγματικότητα. Ο Ερντογάν λ.χ. θέλει  να σε πείσει ότι η χώρα κινδυνεύει από τους γκιουλενιστές και τον Σόρος. Εσύ όμως ξέρεις ότι αυτά είναι προσχήματα ενός αλαζόνα κυβερνήτη, ο οποίος διώκει τους αντιπάλους του, έχει αλώσει το κράτος, και κακοδιαχειρίζεται την οικονομία. Εν ολίγοις, ο σκεπτόμενος πολίτης δεν παραμυθιάζεται.

Εμπιστεύεται τη διαίσθησή του για το τι είναι κάθε φορά μείζον. Κι αυτό που είναι μείζον αλλάζει, ανάλογα με τη συγκυρία.

Ας έρθουμε στα δικά μας. Τι χρειάζεται επειγόντως η χώρα σήμερα, μετά δέκα χρόνια εξοντωτικής λιτότητας και καλπάζουσας ανεργίας; Ανάπτυξη. Τι είναι απολύτως απαραίτητο για τη χώρα, εδώ και δεκαετίες; Θεσμικός εκσυγχρονισμός. Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός συμβαδίζουν. Η ανάπτυξη απαιτεί πολιτική σταθερότητα και καλή λειτουργία των θεσμών. Στη σημερινή συγκυρία απαιτεί και κάτι άλλο: μείωση φορολογίας και ξένες επενδύσεις. Ο θεσμικός εκσυγχρονισμός είναι πιο δύσκολος και χρονοβόρος, καθότι εμπλέκει νοοτροπίες και αξίες. Δεν αποκτάς αξιοκρατία, σεβασμό του νόμου, και αποτελεσματικό κράτος από τη μια μέρα στην άλλη. Μας κυνηγούν ακόμα τα φαντάσματα του 19ου αιώνα.

Ο κ. Τσίπρας είναι ο τελευταίος που μπορεί να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη και στον θεσμικό εκσυγχρονισμό. Πρώτον, συνέχισε και επέτεινε τον ελληνικό παλαιοκομματισμό. Το πελατειακό κράτος, ο νεποτισμός, η δημαγωγία, η διαπλοκή, και η κομματική χειραγώγηση των θεσμών δεν είναι δικές του εφευρέσεις. Αυτός όμως τους έδωσε νέα ορμή και, όπως το πρώιμο ΠΑΣΟΚ, τα επένδυσε με έναν ψευδεπίγραφο ιδεολογικό μανδύα. Παρέλαβε ένα κομματικό μεν, αλλά κάπως βελτιούμενο κράτος. Παραδίδει ένα παράλυτο, κομματικό κράτος.

Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ακόμα ενηλικιωθεί πολιτικά. Δεν οικειοποιήθηκε καμία από τις χρήσιμες μεταρρυθμίσεις που εισήγαγαν τα τρία μνημόνια, δεν διαθέτει σύγχρονη άποψη για τη λειτουργία του κράτους, δεν απέκτησε κυβερνητική κουλτούρα. Θέλει, βεβαίως, να κυβερνά αλλά δεν έχει συμφιλιωθεί με τα σκληρά διλήμματα που θέτει το κυβερνάν. Διηθεί τις ιστορικές αριστερές αξίες στο φίλτρο του λαϊκισμού για τον «καλό» λαό και τις «κακές» ελίτ. Ανέχεται κάθε «αντισυστημική» διαμαρτυρία. Η αμηχανία του στον χειρισμό θεμάτων δημόσιας τάξης  είναι χαρακτηριστική. Εχοντας γαλουχηθεί με την ιδεολογία της «κρατικής καταστολής», δυσκολεύεται να καταστείλει βίαιες πράξεις που παραβιάζουν την έννομη τάξη.

Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ διαπερνάται από αμφιθυμία έναντι της οικονομίας της αγοράς. Ξέρει να φορολογεί και να αναδιανέμει επιδοματικά τα πλεονάσματα, όχι να προάγει τη διατηρήσιμη παραγωγή πλούτου, με παράλληλη μέριμνα για αναδιανομή μέσα από ένα στιβαρό κοινωνικό κράτος που προστατεύει τα συλλογικά αγαθά. Η οικονομική του θεωρία, στο μέτρο που υπάρχει, είναι είτε ανεπεξέργαστη, είτε μιμητική. Στην Ελλάδα, όπου η μεγάλη μάζα του πληθυσμού διαφεύγει από τη φορολογία, οι ανισότητες δεν προέρχονται τόσο από φορολογικές απαλλαγές των πλουσίων όπως στις ΗΠΑ, όσο από την αναιμική ανάπτυξη, το ισχνό κοινωνικό κράτος και τη λαθρεπιβασία-προσοδοθηρία των «πολλών». Οι δανειστές το κατάλαβαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, εν πολλοίς, ακόμη σε άρνηση.

Για τον απροκατάληπτο εκσυγχρονιστή ψηφοφόρο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί επιλογή. Τα όποια καλά της διακυβέρνησής του (π.χ. συμφωνία Πρεσπών) δεν αναιρούν το ισχυρό παλαιοκομματικό-ιδεοληπτικό στίγμα που εξέπεμψε η κυβερνητική θητεία του. Η ειρωνεία είναι ότι όποιος επιθυμεί την πολιτική ωρίμανση του ΣΥΡΙΖΑ και, συνεπώς, τη «σοσιαλδημοκρατικοποίησή» του, πρέπει να εύχεται την ήττα του. Η νίκη επιβραβεύει συμπεριφορές. Μόνο η ήττα ωθεί ένα κόμμα να αναστοχαστεί, ενδεχομένως, την πορεία του.

Η χώρα έχει ανάγκη από πολιτική σταθερότητα. Η ακυβερνησία θα είναι ολέθρια. Η κ. Γεννηματά δεν δείχνει να το κατανοεί. Αρνούμενη να δεσμευθεί ότι θα συμπράξει μετεκλογικά με το πρώτο κόμμα (τη Ν.Δ.), εξάπτει τον φόβο περί κυβερνητικής αστάθειας. Στερεί το κόμμα της από τις ψήφους εκείνων που, παρακάμπτοντας την κραυγαλέα μετριότητά της, τον ξύλινο λόγο της και το πολιτικό παρελθόν της, θα έβλεπαν θετικά το κεντροαριστερό ΚΙΝΑΛ να συγκυβερνά με τη συντηρητική παράταξη. Ο «αντιδεξιός» της λόγος είναι δείγμα πολιτικού αρχαϊσμού. Οδηγεί ένα ιστορικό κόμμα στην εξαφάνιση. Ωφελημένος θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ – το νέο, πλέον, ΠΑΣΟΚ. 

Κάθε πολιτική αλλαγή διαπερνάται αναπόφευκτα από αντιφάσεις. Το κόμμα που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία, θα κληθεί να την επαναφέρει στη μεταμνημονιακή ομαλότητα. Ο επόμενος πρωθυπουργός επαγγέλλεται, όπως οι προκάτοχοί του, το καινούργιο, εκφράζοντας ή συνεργαζόμενος με το φθαρμένο παλαιό. Κατανοεί πώς δουλεύει ο σύγχρονος κόσμος και δείχνει να θέλει ειλικρινά να βγάλει τη χώρα από το τέλμα. Τα ιστορικά βαρίδια του κόμματός του θα είναι, πάντως, ένα διαρκές εμπόδιο. Θα επιφέρει αλλαγές εντός του υφιστάμενου πολιτικού παιχνιδιού, δεν ξέρω όμως αν έχει τη δύναμη να αλλάξει τους κανόνες του. Θα τολμήσει λ.χ. να διορίσει, με ανοιχτή διαδικασία, γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου ανώτερο στέλεχος της διοίκησης;

Σε κάθε περίπτωση, το τέλος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ κλείνει τον κύκλο όλων των πολιτικών παρατάξεων που κυβέρνησαν τη χώρα. Τους δοκιμάσαμε όλους. Ουδείς, πλέον, είναι αθώος. Στις 8 Ιουλίου αρχίζει ένας νέος κύκλος. Θα μπούμε σε αυτόν σοφότεροι;

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.