ΑΠΟΨΕΙΣ

Μην ξεχνάς τη Σαϊγκόν

Κάπου ανάμεσα στη Σαϊγκόν του 1956 και στο Παρίσι του 1996. Το σκηνικό παραμένει το ίδιο. Ενα βιετναμέζικο εστιατόριο με σταθερή πελατεία. Μόνη διαφορά, ότι οι νέοι του ’56 είναι ηλικιωμένοι και έχουν μεγάλα παιδιά το ’96. Η μικροκαμωμένη, μεγαλούτσικη σε ηλικία, Βιετναμέζα επικεφαλής και μαγείρισσα Μαρία Αντουανέτα και η νεαρή ανιψιά της, Λαμ, παραμένουν αμετάβλητες στον χρόνο. Ούτως ή άλλως, ο χρόνος έχει και δεν έχει σημασία στην παράσταση της Γαλλοβιετναμέζας Καρολίν Γκυγελά Ενγκυγέν, «Σαϊγκόν», που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς, τις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου. Γάλλοι, Γαλλοβιετναμέζοι και Viet Kieu (Βιετναμέζοι της διασποράς), οι θαμώνες· γαλλική αποικιοκρατία, πόλεμος ανεξαρτησίας του Βιετνάμ, η εξορία που ακολούθησε, το ιστορικό πλαίσιο. Η ίδια η σκηνοθέτις βίωσε την ιστορική αυτή συγκυρία, αφού η μητέρα της «δεν έπαψε ποτέ να κλαίει για την εξορία της, προϊόν αφενός της γαλλικής αποικιοκρατίας και αφετέρου της αποαποικιοποίησης», όπως σημειώνει. «Στα ταξίδια που έκανα στο Βιετνάμ έγραψα πολλές φορές τη φράση “Μην ξεχνάς τη Σαϊγκόν”, σκεπτόμενη τους ανθρώπους που έφυγαν από το Βιετνάμ το 1956 έχοντας τη φράση αυτή στα χείλη τους. Πιστεύω ότι το ζήτημα της εξορίας συνδέεται στενά με το θέμα της μνήμης. Η πατρίδα που άφησαν πίσω τους οι εξόριστοι καταλαμβάνει τεράστιο χώρο στο μυαλό τους».

Η τελευταία αυτή φράση θα μπορούσε να αφορά και τους απογόνους Μικρασιατών προσφύγων της Ελευσίνας, στους οποίους αναφερθήκαμε στη στήλη της περασμένης Κυριακής (30/6). Η ίδια ατμόσφαιρα, της απώλειας της «πατρίδας», συμπυκνώνεται και σε ένα κείμενο για τους πρόσφυγες, του 1943, της Γερμανοαμερικανίδας, εβραϊκής καταγωγής, φιλοσόφου Χάνα Αρεντ, που αναδημοσιεύθηκε πρόσφατα (lifo.gr): «Χάσαμε το σπίτι μας, που σημαίνει ότι χάσαμε την οικειότητα της καθημερινής ζωής. Χάσαμε το επάγγελμά μας, που σημαίνει ότι χάσαμε αυτοπεποίθηση ότι είχαμε κάποια χρησιμότητα σε αυτόν τον κόσμο. Χάσαμε τη γλώσσα μας, που σημαίνει πως χάσαμε τη φυσικότητα των αντιδράσεών μας, την απλότητα των χειρονομιών μας, την απρόσκοπτη έκφραση συναισθημάτων».

Με τις αυξομειώσεις των ιστορικών περιόδων, τις αποχρώσεις των ανθρώπων και των εποχών, ο πυρήνας παραμένει κοινός: εξορία και μνήμη συνδέονται στενά και βασανιστικά. Γι’ αυτό και η «Σαϊγκόν» της Καρολίν Γκυγελά Ενγκυγέν επιλέγει αυτόν τον μεταιχμιακό μη τόπο, ένα βιετναμέζικο εστιατόριο, μετέωρο στον χρόνο, για να μιλήσει για όσους αγνοούνται αλλά και για εκείνους που περνούν τη ζωή τους σαν αγνοούμενοι ή αγνοημένοι. Συναντιούνται για φαγητό, πίνουν, χορεύουν, τραγουδάνε, ερωτεύονται, παντρεύονται. Το 1956, ένας Γάλλος στρατιώτης ετοιμάζεται να φύγει από την Ινδοκίνα και πείθει τη Βιετναμέζα ερωμένη του να τον ακολουθήσει στη Γαλλία. Στο Παρίσι του 1996 επιτρέπεται για πρώτη φορά στους εξόριστους Βιετναμέζους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Πού βρίσκεται, όμως, πλέον η πατρίδα; Ποια είναι η γλώσσα τους; Χάνοντας «την απρόσκοπτη έκφραση συναισθημάτων», αυτοσχεδιάζουν και πολύ συχνά κλαίνε. Για τη σκηνοθέτιδα το κλάμα είναι «μια παραξενιά των Βιετναμέζων». Παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή τους, περνούν μέρες διασχίζοντας «το μονοπάτι των δακρύων».

Δάκρυα που φέρνει η μνήμη της απώλειας; Το αίσθημα του ανέστιου, της αέναης πλεύσης ανάμεσα σε δυο κόσμους; Στη σκηνή της «Σαϊγκόν» οι εκρήξεις είναι λίγες. Ησυχα, υπόκωφα, αναμοχλεύονται οι σκέψεις, οι απαντήσεις που πλανώνται αλλά δεν διατυπώνονται για να μη γίνουν, λες, τα πράγματα οριστικά. Η Μαρία Αντουανέτα αναζητάει το Βιετναμέζο γιο της που πολέμησε στο πλευρό των Γάλλων εδώ και 17 χρόνια. Και όταν μαθαίνει ότι είναι νεκρός εξακολουθεί να γιορτάζει τα γενέθλιά του. Μία φορά τον χρόνο, πετάει τα ρούχα της δουλειάς, ντύνεται, στολίζεται, φοράει ψηλά τακούνια, καλεί κόσμο στο εστιατόριο. Δεν αρνείται την αλήθεια, βρίσκει, απλώς, έναν τρόπο να συνυπάρξει με το αδιανόητο. Η Βιετναμέζα ερωμένη θα παντρευτεί τον Γάλλο στρατιώτη ανακαλύπτοντας, την ημέρα του γάμου της, ότι έχει κτίσει μια ζωή επάνω σε πολλά ψέματα. Και οι δυο γυναίκες συνεχίζουν τη ζωή τους κτίζοντας μια νέα πατρίδα, με αλήθειες και ψέματα. Δομικά υλικά, τα μόνα που δεν «χάνονται» με την εξορία. Είναι η κάθε φορά πατρίδα.