ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Μακεδών «Σπαρτιάτης»

Ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, ο άνθρωπος που παραχώρησε το αεροσκάφος της Γαλλικής Δημοκρατίας για να επιστρέψει εκείνη τη νύχτα της 24ης Ιουλίου του 1974 στην Ελλάδα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, τον έχει αποκαλέσει «ο σιωπηλός Κωνσταντίνος». Ο χαρακτηρισμός αποκτά μεγαλύτερη αξία, καθώς ο Γάλλος πρόεδρος ήξερε καλά τον Σερραίο πολιτικό, καθώς στη διάρκεια της αυτοεξορίας στο Παρίσι, μιλούσε συχνά με τον «φιλόσοφο Καραμανλή», πίσω από τον πολιτικό.

Πράγματι, όσον αφορά τον ιδρυτή της Ν.Δ. και αναμφίβολα έναν από τους σημαντικότερους Ελληνες του 20ού αιώνα, εστιάζουν όλοι στην πολιτική του διαδρομή. Λιγότεροι, όμως, στη φιλοσοφία του. Οσοι έζησαν κοντά του λένε πως ήταν ένας «Σπαρτιάτης από τη Μακεδονία». Δωρικός, λιγομίλητος και θυμόσοφος. Εκείνο το βράδυ της ιστορικής επιστροφής του, ο Τάκης Λαμπρίας περιγράφει πως βγαίνοντας από το αεροπλάνο τούς παρακίνησε «δεν θέλω συναισθηματισμούς», παρά το ότι γνώριζε πως γραφόταν Ιστορία.

Ο «σιωπηλός Κωνσταντίνος» επέλεγε πολύ συχνά τη σιωπή ως μέσο πολιτικής έκφρασης. Ενδεικτική η φράση του στο πολιτικό του λυκόφως πλέον, όταν ένας δημοσιογράφος του ζήτησε να τοποθετηθεί για θέματα επικαιρότητας. Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τη χαρακτηριστική βαριά μακεδονική προφορά αντέτεινε, πριν κάνει τελικά τη δήλωση: «Είναι απαραίτητο κάθε φορά που συναντώμεθα κάτι να λέμε;».

Ο Καραμανλής, με το αριστοτελικό μέτρο και τη λακωνική νοοτροπία του, κατάφερνε να πιάνει σωστά τον παλμό των Ελλήνων, χωρίς όμως να καθοδηγείται, αλλά να τους δείχνει τον δρόμο. Πολιτική είναι κυρίως αυτό. Η διαχείριση των ανθρώπων. Γιατί οι ωραίες ιδέες, ωραία καταστρέφονται αν πάνε να εφαρμοστούν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη πως αφορούν ανθρώπινες ψυχές. Και οι Ελληνες έχουν ένα δύσκολο ψυχισμό, που αμφιταλαντεύεται μέσα στα άκρα. Μέσα σε αντιφάσεις, παραλογισμούς, ηρωισμούς και φαντάσματα της Ιστορίας. Ζουν διαρκώς μία μετάβαση από το δράμα στο μεγαλείο.

Η 24η Ιουλίου είναι τομή για τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Οχι μόνο γιατί η δημοκρατία επέστρεψε στο τόπο της. Αλλά γιατί, σπάνιο για τη χώρα, οι πολίτες συγχρονίστηκαν με το όραμα ενός πολιτικού, που ήξερε όταν χρειαζόταν να πηγαίνει και κόντρα στο ρεύμα. Δεν είναι τυχαίο πως ο Καραμανλής δεν ήθελε να τον θυμούνται ως μεγάλο ηγέτη, αλλά ως μεγάλο πολιτικό. Γιατί δεν ηγήθηκε πρόσκαιρων επιθυμιών, αλλά έδειξε στους Ελληνες πως υπάρχει και άλλος δρόμος.