ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο επίκαιρος Σπυρίδων Τρικούπης

Στην εξαίρετη βιογραφία του Σπυρίδωνος Τρικούπη από την ιστορικό Λύντια Τρίχα, διαβάζουμε ότι ο Τρικούπης έφθασε για πρώτη φορά στο Λονδίνο τη χρονιά (1817), κατά την οποία το Βρετανικό Μουσείο (Β.Μ.) άνοιξε την αίθουσα με τα γλυπτά, που είχε αφαιρέσει με τόσο βάναυσο τρόπο από τον Παρθενώνα ο Ελγίνος. Στάθηκε μπροστά τους για μία ώρα και τα αισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Στις σχετικές επιστολές προς τον πατέρα του, η βιογράφος του διαπιστώνει αμφιθυμία: «Από τη μια, σκεπτόταν το κενό που είχαν αφήσει στον Παρθενώνα και θύμωνε για την καταστροφή που είχε γίνει· από την άλλη, έβλεπε όλον αυτό τον κόσμο που ερχόταν να τα δει και χαιρόταν για τον θαυμασμό τους και για τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Μόλις που συγκρατιόταν για να μη διαλαλήσει στους γύρω του, υπερήφανα, ότι είναι Ελληνας». Νομίζω ότι, στη στάση αυτού του σπουδαίου Ελληνα, βρίσκουμε τις βασικές παραμέτρους του ζητήματος που ισχύουν και σήμερα.

Η θέση του Β.Μ. –που, ασφαλώς, δεν θέλει να αποχωριστεί τα γλυπτά– είναι σοβαρή, είναι σύγχρονη και, επίσης, πολύ πιο εκλεπτυσμένη από τη δική μας. Την εκθέτουν στο φυλλάδιο που σου προσφέρουν όταν μπαίνεις στην αίθουσα και, περιληπτικά, έχει ως εξής: Το Β.Μ. είναι ένα μουσείο του παγκόσμιου πολιτισμού, σου λένε, και απευθύνεται στο παγκόσμιο κοινό. Τα γλυπτά είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς όλων και υπερβαίνουν πολιτισμικά σύνορα. Εμείς, λένε εκείνοι, τα εντάσσουμε σε ένα αφήγημα παγκόσμιο και το προσφέρουμε αφιλοκερδώς στον κόσμο· εσείς, που τα ζητάτε πίσω, τα εντάσσετε σε ένα αφήγημα εθνικό. Και, σε τελευταία ανάλυση, προσθέτουν, η σημερινή θέση των γλυπτών στο Β.Μ. είναι και αυτό μέρος της συνολικής ιστορίας του Παρθενώνα.

Το πρώτο επιχείρημά τους μας στριμώχνει σε ένα δύσκολο δίλημμα. Διότι, μας λένε, εσείς τελικά ποιον πιστεύετε ότι αφορούν περισσότερο τα γλυπτά του Παρθενώνα, εσάς, την περηφάνια σας και την εθνική ταυτότητά σας ή τον παγκόσμιο πολιτισμό; (Το δίλημμα του Τρικούπη μπροστά στα γλυπτά, αλλά με λόγια αντί για αισθήματα). Σκληρό δίλημμα για έναν κόσμο που έχει ανατραφεί με την πεποίθηση ότι αυτός –ο ίδιος, αυτοπροσώπως– έδωσε τα φώτα στην ανθρωπότητα. Φυσικά, δεν μας συμφέρει να απαντήσουμε. Για την ακρίβεια, δεν έχουμε ακόμη την αυτοπεποίθηση ως έθνος για να απαντήσουμε. Γι’ αυτό και  έχουμε γαντζωθεί στο σοβαρό επιχείρημα περί ακεραιότητας του μνημείου, στο οποίο οι Βρετανοί απαντούν με το δικό τους, εξίσου σοβαρό, επιχείρημα ότι, μετά  δύο αιώνες, η θέση τους στο Β.Μ. είναι πια μέρος της ιστορίας του μνημείου.

Και λοιπόν; Το επιχείρημα των Βρετανών είναι σωστό, αλλά ισχύει και αντιστρόφως: αφού η ιστορία του μνημείου συνεχίζεται και θα συνεχίζεται, ποιος μπορεί να ορίσει το τέλος της Ιστορίας; (Αλλωστε, ποιος ξέρει τι θα γίνεται σε τρεις αιώνες από τώρα; Μπορεί όλα αυτά, Β.Μ. και Παρθενώνας, να ανήκουν στους Κινέζους και το ζήτημα να μην υφίσταται…). Επομένως, κανείς δεν μπορεί να μας εμποδίζει να ζητούμε επιστροφή των γλυπτών. Η διαδρομή της Ιστορίας είναι γεμάτη στροφές και σπαρμένη με ειρωνείες. Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη φορά που είδε τα γλυπτά, ο ίδιος Τρικούπης, ως πρεσβευτής στο Λονδίνο, ήταν ο πρώτος Ελληνας διπλωμάτης που έθεσε στη βρετανική κυβέρνηση το ζήτημα της επιστροφής τους στον Παρθενώνα. Μπροστά στην έντονη αντίδραση των Αγγλων, αποφάσισε να μην επανέλθει, ώστε να μη διακινδυνεύσει μια γραπτή άρνηση. «Ισως και γιατί μπορεί, κατά βάθος, να μη συμφωνούσε με το αίτημα», σημειώνει η βιογράφος του.

Προσφάτως, η δήλωση του προέδρου της Κίνας, ότι η χώρα του θα υποστηρίξει το ελληνικό αίτημα για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα, επειδή και εκείνοι διεκδικούν τα δικά τους, χαιρετίστηκε διά βοής από τους δημοσιογράφους ως «δώρο». Αγνοώ την πραγματική πρόθεση του υψηλού επισκέπτη μας και δεν αμφιβάλλω ότι ήταν η καλύτερη. Ομως, δώρο δεν είναι σε καμία περίπτωση. Αντιθέτως, η βοήθεια της Κίνας ή όποιου άλλου κράτους με ανάλογα θέματα ανοικτά είναι ο βέβαιος τρόπος για να βλάψουμε την υπόθεσή μας. Η Ελλάδα πρέπει να βρει έναν τρόπο να απεμπλέξει το θέμα των γλυπτών του Παρθενώνα από τη διεθνή πίεση για ανάλογα θέματα επιστροφής αρχαιοτήτων. Πρέπει να ξεχωρίσει την περίπτωσή της ως ειδικής, με κατά το δυνατόν λιγότερη επίδραση σε άλλες παρόμοιες.

Για να το πω ξανά με το παράδειγμα του Τρικούπη, όπως εκείνος προσπαθούσε, μέσω της πολιτικής δράσης του, να δείξει στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν είχε σχέση με την ανατροπή του διεθνούς status quo, αναλόγως να προωθήσουμε και εμείς το αίτημα για την επιστροφή των γλυπτών. Αυτό όμως σημαίνει ότι οφείλουμε να αναζητήσουμε νέους τρόπους συνεργασίας με τους Βρετανούς και να τους πείσουμε ότι αξίζει τον κόπο να τους δοκιμάσουμε, κάτι δηλαδή που θέλει γερή δουλειά και έχει πολλή κούραση, οπότε μένουμε στην πεπατημένη…