ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια ιστορία ελπίδας και μίσους

gkat_12_0712

Ο Τζακ Μέριτ πίστευε ένθερμα στην αποκατάσταση των φυλακισμένων, στην επάνοδό τους στην κοινωνία. Eίχε σπουδάσει Νομική στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και είχε συνεχίσει τις σπουδές του στο Κέμπριτζ. Εκεί είχε εμπλακεί ενεργά με το πρόγραμμα «Learning Together», το οποίο εδώ και πέντε χρόνια φέρνει σε επαφή φοιτητές, καταδίκους και εργαζομένους σε φυλακές για να μελετήσουν μαζί ζητήματα που αφορούν το σύστημα δικαιοσύνης. Με αυτή του την ιδιότητα βρισκόταν στο Fishmonger’s Hall, ένα επιβλητικό κτίριο στη βόρεια πλευρά του London Bridge, την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου. Ο 25χρονος Μέριτ ήταν ένας από τους συντονιστές του συνεδρίου που διοργάνωνε εκεί το «Learning Together» τη μέρα εκείνη.

Για τον ίδιο λόγο βρισκόταν εκεί και η Σάσκια Τζόουνς: Η 23χρονη μεταπτυχιακή απόφοιτος του Κέμπριτζ συμμετείχε ως εθελόντρια στη διοργάνωση του συνεδρίου. Είχε λάβει το πρώτο της πτυχίο (Ψυχολογία και Εγκληματολογία) από το πανεπιστήμιο Anglia Ruskin. Εργαζόταν ως personal trainer, αλλά σχεδίαζε να γίνει αστυνομικός και να αφιερωθεί στην καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών.

Στο συνέδριο συμμετείχε και ο Ουσμάν Χαν, 28 ετών. Ο Χαν είχε καταδικαστεί το 2012 σε 16 χρόνια κάθειρξη για τρομοκρατική δραστηριότητα. Σχεδίαζε να στήσει ένα στρατόπεδο εκπαίδευσης τρομοκρατών στο Πακιστάν, με σκοπό να οργανώσει επιθέσεις στο Κασμίρ και να τοποθετήσει βόμβα στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Συζητούσε επίσης με άλλους επίδοξους τζιχαντιστές το ενδεχόμενο επιθέσεων σε παμπ όπου σύχναζαν ακροδεξιοί στην περιοχή του, το Στόουκ, αλλά και κατά ατόμων με υψηλό προφίλ, όπως ο τότε δήμαρχος του Λονδίνου, Μπόρις Τζόνσον. Τον Δεκέμβριο του 2018 είχε αποφυλακιστεί υπό όρους, μεταξύ των οποίων ήταν η υποχρέωση να φοράει ηλεκτρονικό βραχιολάκι με GPS. Χάρη στο «Learning Together» είχε αποκτήσει προσωπικό υπολογιστή, για τον οποίο είχε αφιερώσει στο πρόγραμμα ένα ευχαριστήριο ποίημα.

Λίγο πριν τις 2 το μεσημέρι, ο Χαν βγήκε από τις τουαλέτες κρατώντας μαχαίρι και φορώντας κάτι κάτω από τα ρούχα του που έμοιαζε με γιλέκο βομβιστή αυτοκτονίας. Σε μια συγκλονιστική μαρτυρία, ο Τόμπι Γουίλιαμσον, διευθύνων σύμβουλος της Fishmonger Company, περιέγραψε στο BBC τη μάχη που ακολούθησε με μέλη του προσωπικού της εταιρείας του και με συμμετέχοντες στο συνέδριο, μεταξύ των οποίων και πρώην φυλακισμένοι – «ασυνήθιστες πράξεις από συνηθισμένους ανθρώπους», όπως είπε. Με τη βοήθεια ενός πυροσβεστήρα, ενός κονταριού και του χαυλιόδοντα μιας φάλαινας-μονόκερου, κατάφεραν να βγάλουν τον δράστη από το κτίριο και να τον ακινητοποιήσουν. Στη συνέχεια, υπό τον φόβο ότι θα πυροδοτήσει τη βόμβα που πίστευαν ότι φορούσε, οι αστυνομικοί που βρέθηκαν στη σκηνή τον πυροβόλησαν δύο φορές και τον σκότωσαν. Είχαν περάσει λίγα λεπτά από την έναρξη της επίθεσης. Πριν χάσει τη ζωή του, είχε προλάβει να αφαιρέσει αυτές του Τζακ Μέριτ και της Σάσκια Τζόουνς. Το «γιλέκο αυτοκτονίας» που φορούσε ήταν ψεύτικο.

Επειδή η επίθεση έλαβε χώρα λιγότερο από δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές της 12ης Δεκεμβρίου, ήταν αναπόφευκτο να γίνει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο Μπόρις Τζόνσον –πρωθυπουργός πλέον– κατηγόρησε τους Εργατικούς ότι είχαν ψηφίσει τον νόμο που επέτρεψε την πρόωρη αποφυλάκιση του Χαν. Οι κυβερνώντες Συντηρητικοί δεσμεύτηκαν ότι θα επιβάλλουν πιο αυστηρές τιμωρίες για όσους καταδικάζονται για τρομοκρατία και ότι θα μπλοκάρουν την είσοδο τρομοκρατών από την Ε.Ε. στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο πατέρας του Τζακ, Ντέιβιντ Μέριτ, εξοργίστηκε με την απόπειρα πολιτικής εκμετάλλευσης της δολοφονίας του γιου του. Σε άρθρο του στον Guardian έγραψε ότι ο Τζακ «θα έβραζε από θυμό που γινόταν χρήση του θανάτου του, και της ζωής του, για να διαιωνιστεί η ατζέντα του μίσους, την οποία πολέμησε με όλες του τις δυνάμεις». Ο γιος του, σημείωσε στο ίδιο άρθρο, ήταν «υπερήφανος… ευφυής με τρόπο που σε καθήλωνε… έντονα αφοσιωμένος». Αλλά ήταν επίσης «θυμωμένος… επειδή έβλεπε ότι η κοινωνία μας είχε λησμονήσει αυτούς που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη».

Για τη Σάσκια Τζόουνς, ο φίλος της, Σεμπάστιαν Λεφέβρ, δήλωσε στο BBC: «Είχε την ορμή και την αποφασιστικότητα να γίνει κάτι σημαντικό. Στα 23 της χρόνια έχει ήδη πετύχει πράγματα που άλλοι δεν πετυχαίνουν σε ολόκληρη τη ζωή τους». H Κολίν Μουρ, λέκτωρ Εγκληματολογίας στο Anglia Ruskin, που έγινε φίλη της πρώην φοιτήτριάς της, μιλώντας κι αυτή στη βρετανική δημόσια τηλεόραση, τη χαρακτήρισε «θαυμάσια γυναίκα», που ήταν «ατρόμητη και πολεμίστρια». «Δεν μπορούσες να τη γελάσεις. Ηταν πολύ αστεία, είχε μια δαιμόνια αίσθηση του χιούμορ, ήταν πειραχτήρι και άτακτη». 

Τραγική ειρωνεία

Ο Ουσμάν Χαν δεν μνημονεύθηκε με τον ίδιο θερμό τρόπο. Η ίδια η οικογένειά του, σε ανακοίνωσή της που δημοσίευσε η αστυνομία, δήλωσε ότι ένιωσε «θλίψη και σοκ» με τις πράξεις του, τις οποίες καταδικάζει «απολύτως». Γιος Πακιστανών μεταναστών στην Αγγλία, είχε εγκαταλείψει το σχολείο και είχε αρχίσει σε νεαρή ηλικία να κηρύττει το μήνυμα μίσους της Al-Muhajiroun, ενός ακραίου δικτύου σαλαφιστών στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στο πλαίσιο των σκοτεινών σχεδίων του, είχε ταξιδέψει στις ομοσπονδιακά διοικούμενες φυλετικές περιοχές (FATA) του Πακιστάν, πριν τη σύλληψή του τον Δεκέμβριο του 2010, σε ηλικία μόλις 19 ετών. Σε βίντεο μετά τη σύλληψή του, φαίνεται να δηλώνει ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να εμπιστευθεί τη βρετανική αστυνομία.

Οπως μετέδωσαν τα βρετανικά ΜΜΕ, ο δράστης, στα οκτώ χρόνια που έμεινε στη φυλακή, είχε ολοκληρώσει δύο προγράμματα αποκατάστασης, που είχαν σκοπό την απαγκίστρωσή του από τη βίαιη ιδεολογία την οποία είχε υιοθετήσει. Είχε ζητήσει τη συμμετοχή στα προγράμματα αυτά με επιστολή του τον Οκτώβριο του 2012, όπου εξέφρασε τη θέλησή του «να αποδείξω στις αρχές, στην οικογένειά μου και στην κοινωνία ότι δεν έχω τις ίδιες απόψεις που είχα πριν τη σύλληψή μου… και θέλω να ζήσω τη ζωή μου ως ένας καλός μουσουλμάνος και ένας καλός Βρετανός πολίτης». Επτά χρόνια αργότερα, στο όνομα αυτών των απόψεων και σε συνέδριο για την επανένταξη των φυλακισμένων, θα σκότωνε δύο νέους ανθρώπους που είχαν αφιερωθεί σε αυτόν τον ευγενή σκοπό.