ΑΠΟΨΕΙΣ

Κριτική και (αυτο)κριτική

Υπάρχει μια γενικευμένη αντίληψη ότι όποιος ασκεί κριτική –ή διαφωνεί με ορισμένους, συγκεκριμένους χειρισμούς της σημερινής κυβέρνησης– λοξοκοιτάζει (αίφνης!) προς τον ΣΥΡΙΖΑ ή βλέπει θετικά τον αντιεξουσιαστικό χώρο(!).

Εξυπακούεται ότι δεν ασπάζομαι αυτή την αντίληψη. Πέρα από το ότι ως δημοσιογράφος οφείλω να στέκομαι απέναντι σε κάθε εξουσία (δεν υπάρχει κάτι επαναστατικό, ανατρεπτικό σε αυτό ούτε κάτι ηρωικό: μονάχα η όποια δύναμη μπορεί να έχει ο νους και κατ’ επέκταση το πληκτρολόγιο), θεωρώ πως η κριτική, ακόμα κι αν αποδειχθεί εσφαλμένη, δεν σημαίνει υπονόμευση της κυβέρνησης. Σημαίνει απλώς ένσταση, διαφωνία, διαφοροποίηση επί συγκεκριμένων ζητημάτων.  Και την ανάγκη η κυβέρνηση να γίνει ακόμα καλύτερη. Αυτονόητα πράγματα δηλαδή.

Υπενθυμίζω πως ένα από τα πιο κραυγαλέα μειονεκτήματα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η παντελής έλλειψη (αυτο)κριτικής, τόσο από τον επίσημο όσο και από τον ανεπίσημο ΣΥΡΙΖΑ. Ισως να είναι μια δική τους ασυνείδητη, συλλογική εγγραφή, πολιτισμικό κατάλοιπο από τα χρόνια της σοβιετικής αυτοκρατορίας: η τυφλή υποταγή στο κόμμα. Και μπορεί να είναι (ώς ένα βαθμό!) κατανοητό όταν πρόκειται για στελέχη και βουλευτές, δεν είναι όμως διόλου κατανοητό για τον απλό αριστερό ψηφοφόρο του ΣΥΡΙΖΑ που κατάπινε αμάσητο οτιδήποτε, από τον Καμμένο έως τον Πολάκη.

Θέλετε οι θιασώτες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να κάνουμε το ίδιο; Εάν ναι, δεν θα ακολουθήσω. Ειδικά σε ό,τι αφορά ζητήματα κατάχρησης εξουσίας από τα Σώματα Ασφαλείας, δεν έχουμε το περιθώριο να μην είμαστε αυστηροί και κριτικοί. Με όποιον κι αν βρίσκεται στην εξουσία.

Προσωπικά, δεν ήμουν ποτέ κοντά στον αντιεξουσιαστικό και αναρχικό χώρο. Μπορεί να θαυμάζω το κεϊνσιανό κράτος και πολλά στοιχεία από το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, όμως ποτέ δεν ήμουν κοντά στον κομμουνισμό όντας φανατικός οπαδός της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (ο μοναδικός φανατισμός που επιτρέπω στον εαυτό μου). Κατανοώ λοιπόν απόλυτα όσους έχουν κουραστεί αφόρητα με την ασυδοσία των τελευταίων ετών από τον ευρύτερο αριστερό χώρο, με την ανοχή μερίδας της Αριστεράς απέναντι στην τρομοκρατία, απέναντι στον καθαγιασμό της βίας εφόσον οι στόχοι της ταιριάζουν ιδεολογικά. Για παράδειγμα, σε σημαντική μερίδα της ελληνικής Αριστεράς, οι νεκροί της Marfin πήγανε άκλαυτοι. Και οι τρομοκράτες της 17Ν παραμένουν λαϊκοί ήρωες. Ισως πολλοί να νοσταλγούν αλλοτινά «μπάχαλα» στην επέτειο του Πολυτεχνείου ή στην αντίστοιχη της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου. Ισως ορισμένοι να προσβλέπουν σε έναν νέο «Δεκέμβριο 2008», λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι οι δύο αυτές, πρόσφατες, επέτειοι πέρασαν χωρίς σοβαρά παρατράγουδα.

Είμαστε πολλοί πια που έχουμε κουραστεί και αηδιάσει με αυτές τις νοσηρές «νοσταλγίες». Αλλά όταν υποψιαζόμαστε αστυνομική βία και πρακτικές εξευτελιστικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μην περιμένετε να χειροκροτήσουμε κιόλας.