ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Ολοκαύτωμα και οι δολοφόνοι της μνήμης

03

Και η πιο γρήγορη ματιά στον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης οδηγεί σε καταθλιπτικά συμπεράσματα: Η ήπειρος που πλήρωσε βαρύτατα τις ναζιστικές θηριωδίες δεν διάβασε την ιστορία της με την αναγκαία προσοχή και δεν διδάχτηκε όσο ισχυρίζονται οι ηγέτες της αυτοπαρηγορούμενοι. Το βλέπουμε και σε κάθε χώρα ξεχωριστά, στην Πολωνία, στη Ρωσία, στη Γαλλία, στην Ελλάδα, στην ίδια τη Γερμανία: Ενα γεγονός πρωτοφανούς και ανεπανάληπτης βαρβαρότητας, η μεθοδικά οργανωμένη και επιστημονικά διεκπεραιωμένη εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων μόνο και μόνο επειδή ανήκαν σε διαφορετική (δηλαδή «κατώτερη» και «μολυσματική») φυλή, θρησκεία ή ιδεολογία δεν ενταφίασε τελεσίδικα τον ναζισμό και τις εξειδικεύσεις του – τον αντισημιτισμό, την απέχθεια για τους Τσιγγάνους, το μίσος για τους ομοφυλόφιλους και τους ανάπηρους, για όσα «ποντίκια» αποτεφρώθηκαν στα πολλά Αουσβιτς της Ευρώπης.

Ναζιστικές οργανώσεις –σαν τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα του Διστόμου, των Καλαβρύτων, της Βιάννου, της Κανδάνου– δρουν παντού, εκμεταλλευόμενες την ανοχή της δημοκρατίας απέναντι στους ίδιους τους δολιοφθορείς της. Ανοχή που εκδηλώθηκε ήδη με τις δίκες των στελεχών της ναζιστικής μηχανής, που δεν θα μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα «πληρώσουν» με πέντε ή δέκα χρόνια τις εκτελέσεις μυριάδων αθώων. Οσες τελετές προς τιμήν της Σοά κι αν γίνουν, για τους φαιόμυαλους λάτρεις του Αδόλφου το Ολοκαύτωμα παραμένει «εβραϊκός μύθος», οι δε θάλαμοι αερίων «μια ασήμαντη λεπτομέρεια στην ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», σύμφωνα με τον υβριστικό χαρακτηρισμό τους από τον Ζαν-Μαρί Λεπέν. Μπορούν έτσι να συνεχίζουν να βεβηλώνουν εβραϊκά νεκροταφεία και να μαγαρίζουν με σβάστικες μνημεία που τιμούν το Ολοκαύτωμα.

Ανατριχιάζει κανείς στη σκέψη ότι, αν δεν είχαν διασωθεί, με χίλια βάσανα, κάποια συγκλονιστικά ντοκουμέντα, φωτογραφικά και κινηματογραφικά, ο αφανισμός έξι εκατομμυρίων ανθρώπων με τους εφιαλτικότερους τρόπους που μηχανεύτηκε ποτέ ανθρώπινος νους ίσως να συγκαταλεγόταν ήδη στους θρύλους. Συγκλονιστικότερο όλων το ντοκιμαντέρ που ετοίμασε το 1945 ομάδα Βρετανών κινηματογραφιστών, με σκηνοθέτη τον Αλφρεντ Χίτσκοκ και υπό την καθοδήγηση του υπουργού Πληροφοριών Σίντνεϊ Μπερνστάιν. Χρειάστηκαν όμως εβδομήντα χρόνια ώσπου να δοθεί στη δημοσιότητα ολόκληρο το ντοκιμαντέρ, που έμενε καταχωνιασμένο στο Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο του Λονδίνου, άγνωστο γιατί. Ή μάλλον γνωστότατο: Η πολιτική έχει τις δικές της ανάγκες και τον δικό της αμοραλιστικό τρόπο. Ο Αλμπερτ Αϊνστάιν, που προσφύγεψε στις ΗΠΑ, καταταλαιπωρήθηκε έως το τέλος της ζωής του από τον Τζέι Εντγκαρ Χούβερ του FBI, που τον υποπτευόταν ως αναρχοκομμουνιστή. Αντίθετα, στην ίδια χώρα βρήκαν θαλπωρή δεκάδες «χρήσιμοι» επιστήμονες, παρότι στιγματισμένοι για τον φιλοχιτλερισμό τους.

Δεν θα ’λεγε, πάντως, ψέματα όποιος ομολογούσε πως όσο περισσότερα βλέπει και διαβάζει για το Ολοκαύτωμα, τόσο λιγότερο καταλαβαίνει πώς έγινε δυνατό το αδύνατο και το αδιανόητο. Ισως αυτό το αδιανόητο οδήγησε στην αυτοκτονία αρκετούς επιζήσαντες (λ.χ. τον Ιταλοεβραίο συγγραφέα Πρίμο Λέβι, έναν «τιτάνα του 20ού αιώνα» κατά τον Φίλιπ Ροθ), που πάσχισαν μεταπολεμικά να δείξουν και να πείσουν, ως μάρτυρες της τερατωδίας, αλλά τελικά τους συνέτριψε όχι τόσο το βάρος της ίδιας της μαρτυρίας τους, όσο η ολοένα και πιο αδιάφορη υποδοχή της. Το ηθικό τους ύψος δεν μπορούσε να συγχωρήσει ούτε μια ανθρωπότητα βάρβαρη ούτε όμως και μια ανθρωπότητα που βιαζόταν να ξεχάσει και να παραβλέψει.

Κατά τον Γάλλο ιστορικό Πιερ Βιντάλ-Νακέ, λαμπρό μελετητή και της ελληνικής αρχαιότητας, ο Πρίμο Λέβι, ο συγγραφέας του καθηλωτικού έργου «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», ήταν «ο πιο αξιόλογος ζωγράφος των ανθρώπινων σχέσεων στο Αουσβιτς», όπου είχε καταγραφεί με τον αριθμό 174.517. Η εκτίμηση αυτή του Βιντάλ-Νακέ εμπεριέχεται στη μελέτη του «Ποιοι είναι οι δολοφόνοι της μνήμης», πρωτοδημοσιευμένη το 1992. Τώρα αποτελεί τμήμα του βιβλίου «Οι δολοφόνοι της μνήμης – “Ενας χάρτινος Αϊχμαν” και άλλα δοκίμια για τον αναθεωρητισμό», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά (εκδόσεις Καπόν), μεταφρασμένο από την Καρίνα Λάμψα.

Βιβλίο πολεμικής είναι «Οι δολοφόνοι της μνήμης». Ο θυμός είναι ίσως το πρωταρχικό κίνητρο της γραφής, το συναίσθημα ωστόσο ελέγχεται σθεναρά, αφήνοντας την επιστήμη να κάνει ψύχραιμη και μεθοδική τη δουλειά της. Εξηγεί στο προλογικό του σημείωμα ο συγγραφέας: «Αυτό το μικρό βιβλίο γεννήθηκε από μια διαπίστωση: από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, το “αναθεωρητικό” εγχείρημα, που αρνείται τους χιτλερικούς θαλάμους αερίων και την εξόντωση των διανοητικά ασθενών, των Εβραίων και των Τσιγγάνων, και επίσης ανθρώπων που ανήκαν σε λαούς οι οποίοι θεωρήθηκαν σαφώς κατώτεροι, όπως οι Σλάβοι, προσέλαβε ανησυχητικές διαστάσεις. Μια πολύ μικρή αλλά μανιασμένη σέχτα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια και χρησιμοποιεί όλα τα μέσα –προκηρύξεις, μύθους, κόμικ, υποτιθέμενες επιστημονικές και κριτικές μελέτες, ειδικευμένα έντυπα– για να καταστρέψει όχι την αλήθεια, η οποία είναι άτρωτη, αλλά τη συνειδητοποίηση της αλήθειας. Στην πραγματικότητα δεν νοιάζεται ούτε για τους διανοητικά ασθενείς ούτε για τους Τσιγγάνους κι ακόμα λιγότερο για τους Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου, αλλά αποκλειστικά για τους Εβραίους».

Επιχειρείς άραγε να συνομιλήσεις με τους αρνητές και υβριστές, με όσους έχουν ευαγγέλιό τους τα «Πρωτόκολλα της Σιών», όπως συμβαίνει και με κάμποσους Ελληνες πολιτικούς, πρώην ή νυν βουλευτές, και μάλιστα του συνταγματικού τόξου και όχι του χρυσαυγίτικου εσμού; Προσπαθείς, εδώ στην Ελλάδα, να συζητήσεις με τον Καρατζαφέρη ή τον Μιχαλολιάκο ή με όσους φοράνε μια προσωπίδα μεταμέλειας και υποκρίνονται τον Σαούλ στον δρόμο προς τη Δαμασκό; Προσπαθείς να πιάσεις κουβέντα με τον τοίχο; Ο Βιντάλ-Νακέ δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις: «Ο διάλογος ανάμεσα σε δύο ανθρώπους προϋποθέτει, ακόμα κι αν είναι αντίπαλοι, κοινό έδαφος και βεβαίως τον από κοινού σεβασμό της αλήθειας. Με τους “αναθεωρητές”, όμως, τέτοιο έδαφος δεν υπάρχει. Μπορούμε άραγε να φανταστούμε έναν αστροφυσικό να κάνει διάλογο με έναν “ερευνητή” που λέει ότι η Σελήνη είναι φτιαγμένη από τυρί ροκφόρ;»

Οχι, δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν τέτοιο διάλογο. Οπως δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι στην Ελλάδα το μαύρο, το κατάμαυρο και εντέλει υβριστικό χιούμορ είναι τόσο ανεπτυγμένο ώστε να θέσει τον κ. Αδωνι Γεωργιάδη επικεφαλής της επίσημης ελληνικής αντιπροσωπείας στις εκδηλώσεις για τα 75 χρόνια από τη μέρα που ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε το Αουσβιτς. Αν ο υπουργός επιθυμούσε σφόδρα να δείξει ότι του πέρασε η βαριά αντισημιτική «πλευρίτιδά» του, μπορούσε να το κάνει εδώ, σεμνά και ταπεινά, και όχι σαν εκείνους που προσεύχονται «εν ταις συναγωγαίς και εν ταις γωνίαις των πλατειών εστώτες, όπως αν φανώσι τοις ανθρώποις». Σαν καλός χριστιανός θα θυμάται την εντολή του Χριστού, τα δε γονίδιά του άνετα θα τη μετέφραζαν.