ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Πύργος του Αϊφελ και ο Ροΐδης

Αν σε φέρει ο δρόμος σου σε ένα γαλλικό βιβλιοπωλείο, η πρώτη διαφορά που θα εντοπίσεις από το αντίστοιχο ελληνικό είναι ότι υπάρχει τμήμα «κλασικής λογοτεχνίας». Εκεί θα βρεις τα μεγάλα ονόματα της γαλλικής γραμματείας σε εκδόσεις τσέπης. Μπαλζάκ, Σταντάλ, Ουγκώ, αλλά και Πασκάλ ή Καμύ. Μην ξεγελαστείς. Τα λογοτεχνικά γούστα των Παρισίων δεν διαφέρουν από τα λογοτεχνικά γούστα των Αθηνών. Οι κατάλογοι των «ευπώλητων» είναι γεμάτοι από «νεωτερισμούς». Το πρόσφατο είναι και το δημοφιλές. Το προσδόκιμο ζωής του λογοτεχνικού βιβλίου στη Γαλλία δεν ξεπερνά το τρίμηνο. Αν μέσα σ’ αυτό το διάστημα ο πάκος στον πάγκο δεν έχει μικρύνει, ό,τι μένει επιστρέφεται στον εκδότη και το βιβλίο χάνεται στις αιώνιες μονές της λήθης.

Ψάξτε να βρείτε την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη σε έκδοση τσέπης. Ατυχήσατε. Η τελευταία, αν δεν κάνω λάθος, ήταν στον Γαλαξία, που ως γνωστόν ανέστειλε τις δραστηριότητές του με το πραξικόπημα του 1967. Είναι το γαλλικό αναγνωστικό κοινό πιο απαιτητικό απ’ το ελληνικό;

Οχι – και το λέω κατηγορηματικά. Οι αναγνώστες λογοτεχνίας στην Ελλάδα μπορεί να μην είναι πολλοί, είναι ιδιαιτέρως απαιτητικοί. Η παρουσία των Γάλλων κλασικών στα βιβλιοπωλεία σε ανταγωνιστικές εκδόσεις οφείλεται στην εκπαίδευση. Ο Γάλλος μαθητής κάθε χρόνο έχει στο πρόγραμμα της Λογοτεχνίας κάποια έργα τα οποία θα διαβάσει και θα του επιτρέψουν να εξετασθεί στην κατανόηση κειμένου. Θα τα αγοράσει απ’ το βιβλιοπωλείο σε έκδοση τσέπης, κοινώς σε τιμή συνήθως χαμηλότερη από ό,τι ένα εισιτήριο κινηματογράφου.

Κάποιοι φωστήρες έκριναν πως ο Ελληνας μαθητής δεν χρειάζεται να χάνει τον καιρό του διαβάζοντας ολόκληρα λογοτεχνικά έργα. Του φτάνει να τα μυρίσει κάνοντας περίπατο σε αποσπάσματα με οδηγίες χρήσης και πορείας για να μην ταλαιπωρηθεί ψάχνοντας. Ασε που μπορεί να καταλάβει άλλα απ’ αυτά που πρέπει να καταλάβει για να περάσει τις εξετάσεις. Ο ταξιδιωτικός οδηγός ονομάζεται εγχειρίδιο και προσφέρει ένα πανόραμα της λογοτεχνίας μας με τα κυριότερα αξιοθέατα. Η αντίληψη του Ελληνα μαθητή για τη λογοτεχνία που έχει γραφτεί στη γλώσσα του είναι αντίστοιχη με την αντίληψη του τουρίστα που πήγε με οργανωμένη εκδρομή στο Παρίσι και είδε τον Πύργο του Αϊφελ. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορεί να αξιοποιήσει τις εκφραστικές δυνατότητες της γλώσσας του και δυσκολεύεται στην κατανόηση κειμένου. Και το ένα και το άλλο το προσφέρει η εμπειρία ανάγνωσης της λογοτεχνίας.

Τις προάλλες συζητούσα με τον κ. Γιάννη Αντωνίου, τον νέο πρόεδρο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Μου είπε ότι το 2014 είχε εκπονηθεί ένα πιλοτικό πρόγραμμα το οποίο όριζε ότι για τη διδασκαλία της Λογοτεχνίας στα πρότυπα λύκεια προβλεπόταν ένα βιβλίο ανά δίμηνο, το οποίο οι μαθητές θα όφειλαν να διαβάσουν ολόκληρο και στο τέλος να εξετασθούν επί του έργου και όχι επί των αποσπασμάτων του. Το πιλοτικό πρόγραμμα δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ηρθαν οι Μπαλτάδες, οι Φίληδες και οι Γαβρόγλου, οι άνεμοι της ελπίδας. Καταδίκασαν την αριστεία και με τα στιβαρά μυαλά τους αποφάσισαν ότι η κατανόηση κειμένου είναι απλή υπόθεση, όσο για την κλασική λογοτεχνία, ε, αυτή είναι σαν το σεμεδάκι που αγαπούσε η γιαγιά.

Τι θα γίνει σήμερα αν ο κ. Αντωνίου συμβουλεύσει την κ. Κεραμέως –είναι ο ρόλος του ΙΕΠ– ότι το αποτελεσματικότερο εργαλείο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας είναι η αναγνωστική εμπειρία της κλασικής μας, κατά προτίμηση, λογοτεχνίας. Μόνον έτσι ο σημερινός 15χρονος θα αντιληφθεί τις εκφραστικές δυνατότητες της γλώσσας που μιλάει και θα αισθανθεί την αξία της. Στο κάτω κάτω, όταν ήθελα να σκεφτώ τον «έρωτά» μου ως έφηβος, μου έρχονταν στίχοι του Ελύτη ή του Σεφέρη. Δεν τους διδασκόμασταν τότε στο σχολείο, όμως όσα μας δίδασκαν μας οδηγούσαν σ’ αυτούς.

Τι θα γίνει λοιπόν σήμερα αν ξεκινήσει μια τέτοια σοβαρή μεταρρύθμιση στη μέση εκπαίδευση; Οι πολιτικές αντιδράσεις δεν νομίζω ότι ενδιαφέρουν. Το Συριζοκινάλ, διάδοχο σχήμα των Συριζανέλ, θα ωρύεται για ιδιωτικά συμφέροντα και λοιπούς δαίμονες που απειλούν τον μεσαίωνά τους. Δηλαδή θα υποχρεώσεις τον μαθητή να αγοράσει ένα βιβλίο που κοστίζει 8 ολόκληρα ευρώ; Ενδιαφέρει όμως περισσότερο η αντίδραση των εκπαιδευτικών. Πώς θα κρίνουν έναν μαθητή που εκθέτει την αντίληψή του για την «Αργώ» του Θεοτοκά; Πρώτον, θα πρέπει να τη διαβάσουν ολόκληρη – και είναι δίτομη. Δεύτερον, θα πρέπει να αντιληφθούν όχι «ποιο είναι το μήνυμά της», αλλά ποιες σκέψεις παράγει εν δυνάμει η αφήγηση.

Δεν χρειάζονται κριτήρια αξιολόγησης. Ας τους υποχρεώσουν να διδάξουν «κατανόηση κειμένου» και εκεί θα κριθούν όλοι. Το αντίστοιχο ισχύει και για την Ιστορία, τα Μαθηματικά και τη Φυσική. Η «κατανόηση κειμένου» στα μαθηματικά δεν είναι η λύση της εξίσωσης. Είναι ο τρόπος που λύνεται η εξίσωση. Και όπως μου είπε φίλος καθηγητής Μαθηματικών, ακόμη και οι μαθητές που ξέρουν να λύνουν την εξίσωση δεν μπορούν να πουν με δικά τους λόγια πώς την έλυσαν.