ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι έμαθα από τους συντηρητικούς

Στα φοιτητικά μου χρόνια, ο Βρετανός φιλόσοφος σερ Ρότζερ Σκρούτον, που απεβίωσε πρόσφατα, ήταν ο συντηρητικός φιλόσοφος που λάτρευα να απεχθάνομαι. Ωστόσο, τον διάβαζα με ενδιαφέρον, ακόμα κι όταν με εξόργιζε η αντιδραστικότητα μερικών απόψεών του. Η γλώσσα του ήταν διαυγής, κομψή και, συχνά, πολεμική – εν ολίγοις, αξιοπρόσεκτη.

Μου έκανε εντύπωση ότι ήταν ο μόνος διανοούμενος περιωπής που αυτοχαρακτηριζόταν «συντηρητικός». Δεν γνώριζα κανέναν άλλο στοχαστή στη Βρετανία, τη δεκαετία του 1980, αλλά και αργότερα, που να οικειοποιείται ρητά αυτό τον χαρακτηρισμό. Ο Σκρούτον το έκανε με αυτοπεποίθηση. Μέσω αυτού γνώρισα τον βρετανικό φιλοσοφικό συντηρητισμό – κυρίως τον Εντμουντ Μπερκ και τον Μάικλ Οκσοτ.

Στην Ελλάδα, η λέξη «συντηρητικός» προκαλεί αποστροφή. Συνδέεται, όχι αδικαιολόγητα, με μισαλλόδοξους ιεράρχες, απαράδεκτες προκαταλήψεις, υποκριτικά δημόσια πρόσωπα, και εθνικιστές πολιτικάντηδες. Ωστόσο, αν παραμερίσει κανείς τις τσουκνίδες, θα βρει ένα γόνιμο φυτώριο ιδεών. Ενας καλοπροαίρετος «προοδευτικός» προκαλείται να διαλεχθεί μαζί τους (τα εισαγωγικά δηλώνουν ότι οι χαρακτηρισμοί είναι απλώς συμβάσεις συνεννόησης). Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι, σε μερικά σημεία, ο φιλοσοφικός συντηρητισμός τέμνεται με τη μεταμοντέρνα φιλοσοφία και την οικολογική σκέψη.

Τρεις άξονες

Ο φιλοσοφικός συντηρητισμός στηρίζεται σε τρεις άξονες:

Πρώτον, αυτό που ο Σκρούτον ονόμαζε «οικοφιλία» – η αγάπη για την οικογένεια, την πατρίδα, το φυσικό περιβάλλον. Οι συντηρητικοί είναι αντι-ατομικιστές: κατανοούν ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον κοινωνικόν» και αντιμετωπίζουν με καχυποψία αντιλήψεις που θρυμματίζουν τον «κοινό λόγο». Η κοινότητα σμιλεύει το άτομο: του παρέχει τον βασικό προσανατολισμό στον κόσμο. Οπως λέει το αφρικανικό ρητό, «χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί».

Στην κοινότητα καλλιεργούνται τα έθιμα και ριζώνουν οι θεσμοί που ρυθμίζουν τον κοινωνικό βίο· συντηρούνται «δίκτυα οικειότητας και εμπιστοσύνης», τα οποία προάγουν την αλληλεγγύη, το καθήκον, τον χαρακτήρα και την αρετή. Η κοινότητα συνιστά μια «αυθόρμητη τάξη» – δεν είναι προϊόν σχεδιασμού αλλά οργανικής εξέλιξης.

Ριζώνει σε έναν συγκεκριμένο τόπο, διαθέτει μια ιδιαίτερη ιστορική πορεία, και δημιουργεί τη δική της παράδοση. Ο άνθρωπος δεν είναι τόσο υποκείμενο αφηρημένων δικαιωμάτων, όσο κληρονόμος αξιών και φορέας υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν από τη μετοχή του σε μια συγκεκριμένη κοινότητα.

Δεύτερον, οι συντηρητικοί είναι καχύποπτοι απέναντι στον ρασιοναλισμό του Διαφωτισμού και τον απορρέοντα επιστημονισμό. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να σχεδιάσει ορθολογικά την κοινωνία τούς φαίνεται γνωστικά απλοϊκή και πολιτικά αποκρουστική.

Ο ρασιοναλιστής πιστεύει ότι μια δράση είναι ορθολογική όταν ερείδεται σε γνώση, η αλήθεια της οποίας μπορεί να αποδειχθεί. Το σφάλμα του έγκειται στο ότι ακόμα και η πιο αφηρημένη γνώση, η γνώση δηλαδή που μπορεί να διατυπωθεί σε κανόνες ή επιστημονικούς νόμους, χρειάζεται, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, να στηριχθεί σε κάτι έξω από αυτή – σωματική δεξιότητα, πείρα, και κρίση. Ολα αυτά είναι στοιχεία «άρρητης γνώσης» που προέρχονται από την εμπειρία συμμετοχής σε πρακτικές δραστηριότητες. Ακόμα κι όταν σε ένα πεδίο υπάρχουν επιστημονικοί νόμοι, όπως στην ιατρική ή τη μηχανική, η σχετική λήψη αποφάσεων προϋποθέτει τη διαίσθηση και την κρίση του ατόμου, ικανότητες που αποκτώνται με τη μετοχή στην οικεία επαγγελματική κοινότητα, όχι με την ανάγνωση εγχειριδίων.

Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο σε επίπεδο κοινωνίας. Είναι αδύνατον η κοινωνία να σχεδιαστεί ορθολογικά γιατί είναι αδύνατον η εξέλιξή της να περιγραφεί με επιστημονικούς νόμους. Υπάρχει κάτι μοναδικό στον άνθρωπο: διαφέρουμε από τη φύση γιατί είμαστε αυτο-ερμηνευόμενα όντα. Με την άκριτη λατρεία της επιστήμης, ο ρασιοναλισμός απομαγεύει τον κόσμο – ανάγει τα πάντα σε «αίτια», παραβλέποντας το νόημα και την υπερβατικότητα. Ο πολιτικός λόγος είναι λόγος εικασιών (η «δόξα» των αρχαίων), όχι επιστημονικών βεβαιοτήτων.

Τρίτον, αν και δεν αρνούνται την αλλαγή, οι συντηρητικοί ενδιαφέρονται πρωτίστως να συντηρούν. Πιστεύουν στην οργανική εξέλιξη, όχι τη ριζική μεταβολή. Η καταστροφή είναι πάντα πιο εύκολη από τη δημιουργία. Η δημιουργία προϋποθέτει έθιμα και θεσμούς, που χτίζονται δύσκολα, στη μακρά διάρκεια, σε μια κοινότητα, ενώ για την καταστροφή αρκούν η έπαρση και ο άλογος θυμός. Οπως ο Μπερκ με τη Γαλλική Επανάσταση, ο Σκρούτον ένιωσε αποστροφή με τα γεγονότα του Μάη του ’68 στο Παρίσι, τα οποία έζησε από κοντά. Στους εξαγριωμένους διαδηλωτές είδε «κακομαθημένους χούλιγκαν της μεσαίας τάξης» που κατέστρεφαν όχι μόνο την πιο ωραία πόλη του κόσμου, αλλά τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού.

Η συντηρητική στάση

Ο Οκσοτ συνόψισε εύγλωττα τη συντηρητική στάση ως εξής: «Να είσαι συντηρητικός είναι να προτιμάς το οικείο από το ανοίκειο, το δοκιμασμένο από το αδοκίμαστο, το γεγονός από το μυστήριο, το πραγματικό από το δυνητικό, το περιορισμένο από το απεριόριστο, το κοντινό από το μακρινό, το αρκετό από το υπεράφθονο, το βολικό από το τέλειο, το παρόν γέλιο από την ουτοπική μακαριότητα».

Θεωρώ ότι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του φιλοσοφικού συντηρητισμού είναι η ανάδειξη της κοινωνικότητας του ατόμου και η κριτική στάση του απέναντι στην ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ένα ορθολογικά τελειοποιήσιμο ον. Η προβληματική του, όμως, πάσχει όταν καθαγιάζει την οργανικότητα της κοινότητας και υποτιμά τον ορθό λόγο.

Οι συντηρητικοί δεν είναι ευαίσθητοι στις προκαταλήψεις και τις εξουσιαστικές πρακτικές που πάντοτε ενυπάρχουν στην κοινότητα, υποτιμούν τη δυνατότητα της ορθολογικά σχεδιασμένης κρατικής παρέμβασης να βελτιώνει την ποιότητα ζωής (π.χ. προνοιακό κράτος), δεν αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές ωδίνες μέσα από τις οποίες γεννάται το καινούργιο, και δεν κατανοούν ότι η κοινότητα είναι μια ιστορικά μεταλλασσόμενη έννοια. Η καχυποψία του Σκρούτον για την ενσωμάτωση των μουσουλμάνων στην Ευρώπη προερχόταν από την ουσιοκρατική αντίληψή του περί κοινότητας. Ηταν προϊόν προκατάληψης, όχι στοχαστικής επεξεργασίας. Μισαλλόδοξοι πολιτικοί στη Βρετανία αξιοποίησαν, φυσικά, τέτοιες προκαταλήψεις.

Η μοίρα όλων των ιδεών είναι ο εκφυλισμός τους όταν μετατρέπονται σε χρηστική ιδεολογία. Το ξέρουν καλά, με τον δικό τους τρόπο, και οι «προοδευτικοί».

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.