ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επικαιρότητα των τραγικών

Ο Οιδίπους, πριν εκδημοκρατισθεί στα ντιβάνια των ψυχαναλυτών ως σύνδρομο, υπήρξε τραγικός ήρωας. Ενας ήρωας που ήξερε τι είναι ο άνθρωπος και απάντησε στο αίνιγμα της Σφίγγας, όμως δεν ήξερε τον εαυτό του. Ενας βασιλιάς ο οποίος δεν δίστασε να θυσιάσει τον εαυτό του προκειμένου να σώσει την πόλη του. Ενας έντιμος βασιλιάς ο οποίος συνέχισε την έρευνα ώς την αποκάλυψη της αλήθειας, ακόμη κι όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται πως η άκρη του νήματος οδηγεί στον ίδιο.

Η τραγωδία του Σοφοκλή, όπως και η Ιλιάδα, ξεκινάει με έναν λοιμό. Τον έχει σπείρει στη Θήβα ο αμείλικτος Απόλλων με τους ιούς του. Η πρώτη σημασία της λέξης ιός είναι το βέλος. Ο ιοβόλος Απόλλων σπέρνει τον θάνατο, είναι όμως και θεραπευτής, Επικούριος. Ο χρησμός του είναι σαφής. Για να γλιτώσει η πόλη από τον λοιμό θα πρέπει να εντοπισθεί ο δολοφόνος του Λάιου. Ο Οιδίπους αναλαμβάνει τον συντονισμό των ερευνών, θυμώνει με τους δισταγμούς και την αναποφασιστικότητα, παρεξηγεί τη στάση του Τειρεσία και απαιτεί ειλικρίνεια από τους εμπλεκομένους. Τίποτε δεν είναι ικανό να τον σταματήσει. Εχει αποφασίσει να σώσει την πόλη, για να σώσει την πόλη πρέπει να μάθει την αλήθεια, οπότε έχει αποφασίσει να μάθει την αλήθεια.

Στο τέλος, μετά την αποκάλυψη της πατροκτονίας και της αιμομιξίας, τυφλός γιατί δεν αντέχει να βλέπει τον κόσμο γύρω του, φεύγει από τη Θήβα που ο ίδιος είχε σώσει από τη Σφίγγα και τώρα την έσωσε από τον λοιμό. Κατέστρεψε την ύπαρξή του, αλλά δεν την ακύρωσε. Θα τη συνεχίσει ο Οιδίπους στον Κολωνό με την κατάρα που θα ρίξει στη γενιά του. Ναι, ένας τρόπος ανάγνωσης του Οιδίποδα είναι ο τρόπος του Φρόιντ, η αναζήτηση ευρημάτων που δίνουν απαντήσεις. Κάθε κανακάρης ερωτεύεται κάποια στιγμή τη μαμά του και θέλει να πετάξει από το κρεβάτι της τον μπαμπάκα του για να κοιμηθεί μαζί της. Του το λέει και η Ιοκάστη για να τον καθησυχάσει. Δεν είναι τίποτε φοβερό, όλοι οι γιοι έχουν ονειρευτεί τις μανάδες τους.

Ομως, το μεγαλείο της τέχνης του Σοφοκλή δεν περιορίζονται στα ευρήματα των ερευνών. Εξάλλου ο ίδιος, ευτυχώς, δεν είχε ιδέα από ψυχανάλυση. Ηταν όμως μεγάλος ποιητής. Εφτιαχνε οικοδομήματα όπου η κοινότητα μπορούσε να στεγάσει τους φόβους της, τις ανασφάλειές της, τις σκέψεις της, τα όνειρά της και τους εφιάλτες της. Είναι οι τραγωδίες. Κι αν ο Οιδίπους Τύραννος παραμένει ενεργό κύτταρο του φαντασιακού μας ορίζοντα, αυτό το οφείλουμε όχι τόσο στα ευρήματά του, στο Οιδιπόδειο, όσο στην πνευματική και ψυχική διαδρομή που διήνυσε για να τα ανασύρει απ’ το υπέδαφος του παρόντος. Ε, ναι, περισσότερο από τη σχέση του με τη μητέρα του –την οποία αντιλαμβάνεται εκ των υστέρων– μετράει η τιμιότητα της έρευνάς του, η προσήλωσή του στην αναζήτηση της αλήθειας, η σωτηρία της πόλης. Γι’ αυτό και ο Οιδίπους Τύραννος μπορεί να συγκινεί ακόμη εμάς που δεν πιστεύουμε στον ιοβόλο Απόλλωνα, ούτε είμαστε απαραιτήτως ερωτευμένοι με τη μητέρα μας, και όσες εξ υμών δεν πάσχουν από το σύνδρομο της Ηλέκτρας. Οι υπόλοιπες και οι υπόλοιποι, σε συνθήκες εγκλεισμού όπως οι σημερινές, ας προσέξουν τις Κλυταιμνήστρες και τους Λάιους. Εδώ δεν άντεξαν στα ανάκτορα. Φανταστείτε τη δύναμη αντοχής που απαιτείται σε ένα διαμέρισμα.

Το πρόβλημα με τη σκέψη της μετανεωτερικότητας είναι ότι δεν έχει τα χαρακτηριστικά της σκέψης έτσι όπως τα χάραξαν οι Ελληνες, και στη συνέχεια ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός. Κοινώς, δεν είναι σκέψη ορίων.

Με τη βουλιμική της αλαζονεία καταπίνει τα όρια χώρου και χρόνου. Η επικαιρότητα της τραγικής σκέψης συνίσταται στην αποκατάσταση των ορίων, των οποίων την ύπαρξη μας υπενθυμίζει η πανδημία του κορωνοϊού.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πού θα σταματήσει, πόσα θύματα θα αφήσει στο πέρασμά της. Εκείνο όμως που μπορούμε να πούμε είναι ότι η ανθρώπινη συνθήκη είναι αντιμέτωπη με μια δύναμη που την υπερβαίνει, κι αν προσπαθεί να την κατανοήσει, δεν μπορεί να την ελέγξει. Είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που η παμφάγος αλαζονεία του πολιτισμού μας συγκρούεται με το «παράλογο», με το εκτός δυνάμεων λογικής. Νομίζαμε ότι τη σύγκρουση αυτή την είχαμε εξορίσει από το σύμπαν μας. Ακόμη και η προοπτική πυρηνικού ολέθρου είχε μια συνάφεια με «οικείες δυνάμεις», όπως η ψυχολογία όσων διαχειρίζονταν τα όπλα.

Εδώ όμως έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια απρόσωπη απειλή –όπου το απρόσωπο εξουδετερώνει κάθε ψυχολογική ανάλυση–, της οποίας η αντιμετώπιση επαφίεται σε πρωτογενείς αντιδράσεις. Αν αυτό μας διδάξει κάτι για τον πρωτογονισμό των εκλεπτυσμένων κοινωνιών μας, θα ήταν ευχής έργον. Πάντως, μας υπενθυμίζει τις πολύτιμες σκέψεις των τραγικών.