ΑΠΟΨΕΙΣ

Η λογική της φροντίδας

int22590782

«Οταν εξαντλήσω τις αιτιολογήσεις, έχω φτάσει σε βράχο και το φτυάρι μου στραβώνει. Τότε έχω την τάση να πω: “Απλά αυτό κάνω”»
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ

Εργάζονται για να ζούμε εμείς οι υπόλοιποι ομαλά και, ενίοτε, για να κρατιόμαστε στη ζωή κυριολεκτικά – υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ και φούρνων, εργαζόμενοι στην αποκομιδή σκουπιδιών, αστυνομικοί κ.λπ., με προεξάρχοντες, φυσικά, τους επαγγελματίες υγείας. «Πώς αισθάνεστε;», τους ρωτούν οι δημοσιογράφοι. «Κάνουμε απλά τη δουλειά μας», απαντούν. Το θεωρούν αυτονόητο.

Η περίπτωση των γιατρών και των νοσοκόμων που φροντίζουν ασθενείς του κορωνοϊού είναι εμβληματική: εργάζονται σκληρά, βρίσκονται σε διαρκή επαφή με τον κίνδυνο της μόλυνσης, δοκιμάζονται οι αντοχές τους. Σε χώρες, μάλιστα, όπου η εξάπλωση του κορωνοϊού ήταν ραγδαία, όπως η Ιταλία και η Αμερική, οι συνθήκες εργασίας, εκτός από επικίνδυνες, είναι χαοτικές. Οι πόροι είναι πεπερασμένοι. Ηθικά διλήμματα τίθενται πιεστικά: ποιος ασθενής θα συνδεθεί με τον πολύτιμο αναπνευστήρα; Να συνεχίσουν να κρατούν τον ηλικιωμένο, καρδιοπαθή ασθενή διασωληνωμένο, έστω κι αν έχει πολύ λίγες πιθανότητες επιβίωσης, όταν υπάρχουν άλλοι ασθενείς που περιμένουν; Θυμίζει νοσοκομεία σε καιρό πολέμου.

Δεν φοβούνται; Κάθε άλλο. Ο Τζέιμς Κούο, γιατρός σε νοσοκομείο της πολιτείας της Ουάσιγκτον, γράφει πόσο τον φοβίζει η πιθανότητα να μεταφέρει τον κορωνοϊό στην οικογένειά του (New York Times, 27/3/2020). Δεν πτοείται, όμως. Συνεχίζει τη δουλειά του και κάνει ό,τι μπορεί για να προστατευθεί και να προστατεύσει τους οικείους του.

Συναισθηματικό shutdown

Η Ελεν Ουγιάνγκ, γιατρός στη Νέα Υόρκη, υπογραμμίζει στο ημερολόγιό της τη διαρκή παρουσία του φόβου της μόλυνσης από τον κορωνοϊό (NYT Magazine, 14/4/2020). Παρ’ όλα αυτά δεν παραλύει. «Πρέπει να διώξω σκέψεις για το δικό μου ρίσκο και τη θνητότητά μου», λέει. «Δεν θα κάνω τη δουλειά μου καλά αν δεν πιέσω τον εαυτό μου να πιστέψει ότι είναι άτρωτος». Γνωρίζει ότι ο κίνδυνος δεν εξαλείφεται, αλλά επιμένει. «Σκεπτόμενη ότι [η μόλυνση] δεν υπόκειται εντελώς στον έλεγχό μου, δεν θα χάσω εντελώς το μυαλό μου για κάθε λάθος που κάνω όταν βάζω και βγάζω τον προστατευτικό εξοπλισμό».

Στο ημερολόγιό της αναφέρει έναν συνάδελφό της από το Μπέργκαμο να της μιλάει για το «συναισθηματικό shutdown» που επιβάλλει στον εαυτό του όταν πάει στο νοσοκομείο. «Συνεχίζεις, ξεχνάς ότι έχεις έναν άνθρωπο μπροστά σου», της λέει. Τα συναισθήματα, όμως, προσωρινά μόνο μπαίνουν σε παρένθεση: «Καταλαβαίνω ότι το να κρατάς τα συναισθήματα μακριά σε βοηθάει να χειρίζεσαι το άγχος, αλλά χρειάζεται να είμαι άνθρωπος για να συνεχίσω να εργάζομαι».

Προσέξτε πόσο σύνθετη είναι η γλώσσα αυτών των γιατρών. Ξέρω ότι είμαι ευάλωτη αλλά πρέπει να πιστέψω ότι δεν είμαι. Κάνω ό,τι μπορώ για να ελέγχω την κατάσταση αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ να εξαλείψω την τύχη. Πρέπει να τιθασεύσω τα συναισθήματά μου χωρίς να τα καταπνίξω.

Η σύνθετη γλώσσα δείχνει επαγγελματίες σε εγρήγορση: η αναγνώριση της συνύπαρξης αντίρροπων τάσεων ωθεί τους γιατρούς σε μια διαρκή προσπάθεια συμφιλίωσής τους. Γνωρίζοντας ότι είμαι ευάλωτος λ.χ., παίρνω μέτρα για να μην είμαι. Η διαδικασία είναι διαρκής. Οξύνονται, έτσι, η αντιληπτικότητα και η αυτενέργειά τους.

Σε συνθήκες κρίσης και ρίσκου για τους ίδιους, η άοκνη προσπάθεια των επαγγελματιών υγείας αναδεικνύει τον πυρήνα του επαγγέλματός τους στην ιδεώδη εκδοχή του: την αλλοκεντρικότητα, την προσφορά στον άλλο. Η πολιτική φιλόσοφος Ανμαρί Μολ ονομάζει αυτή τη στάση «η λογική της φροντίδας» και την αντιδιαστέλλει με τη «λογική της επιλογής» που διέπει τις οικονομικές συναλλαγές.

Η λογική της φροντίδας πασχίζει για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, αλλά δεν τα εγγυάται. Η φροντίδα του ασθενούς δεν είναι μια υπηρεσία με σαφή όρια, όπως λ.χ. μια τραπεζική συναλλαγή, αλλά μια διαρκής, διαδραστική προσπάθεια για το καλύτερο, η οποία διαρκώς αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το πώς αντιδρά ο ασθενής.

Ο καλός θάνατος

Το τι είναι κάθε φορά το καλύτερο αλλάζει. Η κ. Ουγιάνγκ αναφέρει μια 89χρονη ασθενή, θετική στον κορωνοϊό, η οποία ανέπνεε με μάσκα οξυγόνου. Ηταν απίθανο να ζήσει. «Μη με διασωληνώσετε», της είπε. «Είμαι σχεδόν 90. Εχω ζήσει». Η γιατρός τηλεφωνεί στην ανιψιά της. Η οικογένεια της ασθενούς δεν συναινεί. Η κ. Ουγιάνγκ συζητάει μαζί τους. «Η ασθενής εξέφρασε την επιθυμία της», τους λέει. «Αναρωτηθείτε: τι θεωρεί πολύτιμο; Θα ήθελε να κρέμεται από μια μηχανή;». Η οικογένεια συμφωνεί ότι ο ήρεμος θάνατος είναι αυτό που επιθυμεί. Σε μερικές ώρες η γηραιά κυρία σβήνει ειρηνικά. Η κ. Ουγιάνγκ έχει φροντίσει να πει η ασθενής «σ’ αγαπώ» στην ανιψιά της μέσω του FaceTime, ενώ η ίδια τής κρατάει τρυφερά το χέρι. Μερικές φορές το καλύτερο είναι ο καλός θάνατος.

Οι ακραίες συνθήκες φέρνουν στην επιφάνεια την αυταπάρνηση που εν σπέρματι υπάρχει στη λογική της φροντίδας. Η πραγμάτωση της αλλοκεντρικότητας απαιτεί, in extremis, οιονεί –θυσιαστική συμπεριφορά – να εκχωρήσει κανείς μονομερώς κάτι πολύτιμο γι’ αυτόν. Στα νοσοκομεία του κορωνοϊού, ο γιατρός και η νοσοκόμα ρισκάρουν την ασφάλειά τους χάριν του επαγγελματικού ιδεώδους που υπηρετούν: τη φροντίδα του άλλου.

Η φροντίδα δεν είναι αίσθημα αλλά πρακτική. Οι επαγγελματίες υγείας αριστεύουν (ασκούνται στην αρετή, με αριστοτελικό λεξιλόγιο) στο μέτρο που «εθίζονται» (αναπτύσσουν συνήθειες) στην πρακτική της φροντίδας. Ο επαγγελματικός «εθισμός» τους είναι ιδιαιτέρως επίπονος. Η ιατρική εκπαίδευση άκρως απαιτητική. Οι εφημερίες ατελείωτες. Στο ημερολόγιο της κ. Ουγιάνγκ βλέπει κανείς φόβο, αγωνία και κόπο, μα, πάνω απ’ όλα, αξιοθαύμαστη αντοχή.

Αν το τίμημα του πολιτισμού είναι η απώθηση, όπως λέει ο Φρόιντ, το τίμημα της επαγγελματικής συνείδησης είναι η προσωπική αυταπάρνηση χάριν της προσφοράς στον άλλο. Ο κορωνοϊός μάς θύμισε ότι ο καλός επαγγελματίας αυτοπραγματώνεται στο μέτρο που υπάγει τον εαυτό του, ενίοτε σε αντίξοες συνθήκες, στα κριτήρια αριστείας του λειτουργήματος που υπηρετεί. «Κάνει απλά τη δουλειά του».

* Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.