ΑΠΟΨΕΙΣ

Το είδαν σαν παγίδα και αυτοπαγιδεύτηκαν

gkat_02_0705_page_1_image_0002

Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να προσκαλέσει τους αρχηγούς των κομμάτων στην τελετή του εντοιχισμού της πλακέτας στη μνήμη των νεκρών της Marfin σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε με σκοπό να αποφευχθούν, όχι να προκληθούν, οι αρνήσεις των κομμάτων της Αριστεράς. Ο πρωθυπουργός, με την αναφορά του από το βήμα της Βουλής, όπως και στο σχετικό μήνυμά του στο Twitter, δεν μιλούσε για θύματα της άκρας Αριστεράς, ούτε καν της αναρχίας. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η τιμή στη μνήμη της Παρασκευής Ζούλια, του Επαμεινώνδα Τσακάλη και της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου –και μάλιστα  παρουσία όλων των αρχηγών των κοινοβουλευτικών κομμάτων– ήταν μια πραγματική ευκαιρία. Ευκαιρία για τη συμβολική δέσμευση των πολιτικών δυνάμεων, μέσω της τελετής, για τον αποκλεισμό της τυφλής βίας και του μίσους από την πολιτική ζωή, με τους όρους που το έθεσε ο πρωθυπουργός. Αυτά τα δύο, βία και μίσος, είναι εντελώς ανθρώπινα και πανανθρώπινα: δεν κάνουν διαχωρισμούς μεταξύ δεξιών και αριστερών, είναι στην ανθρώπινη φύση.

Δεν χρωμάτισε πολιτικά την υπόθεση ο Μητσοτάκης· αντιθέτως, τη χειρίστηκε με λεπτότητα που είχε σκοπό να πείσει για την ειλικρίνεια της διάθεσής του. Εθεσε τη βάση στον ηθικά θεμιτό συμβιβασμό, από τον οποίο βγαίνουν κερδισμένες όλες οι πλευρές που μετέχουν: την εναντίωση στην πολιτική βία. Ποια πολιτική δύναμη που λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατίας μας, μπορεί να διαφωνεί;  

Πολύ περισσότερο, όταν στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο τοποθετήθηκε και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας με την εξαίρετη στη λιτότητά της δήλωση, που παραθέτω αυτούσια: «Δέκα χρόνια από την τραγωδία της Μarfin. Τρεις ανθρώπινες ζωές θυσία στον βωμό της μισαλλοδοξίας και του διχασμού. Τιμάμε τη μνήμη τους και εύχομαι να μην ξαναζήσουμε ποτέ στη χώρα μας εκδηλώσεις ακραίας πόλωσης και τυφλής βίας». Η δήλωση της προέδρου σφράγισε τον υπερκομματικό χαρακτήρα της εκδήλωσης και την κατέστησε έκκληση υπέρ μιας πολιτικής αντιπαράθεσης που θα οδηγεί –ει δυνατόν– στον καλύτερο συμβιβασμό και για τις δύο πλευρές, όχι στη βία.

Και όμως, αυτή τη χειρονομία καλής θελήσεως η Αριστερά την είδε σαν παγίδα, γι’ αυτό και έκανε πίσω αμέσως. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ, διά του προέδρου του, έσπευσε στα γρήγορα να αρνηθεί την πρόσκληση, που ήταν για τις 12.30 του Σαββάτου, προκειμένου να καταθέσουν μόνοι τους το δικό τους στεφάνι στις 9.30 το ίδιο πρωί. (Με τρεις ώρες διαφορά, για να αποφευχθούν ατυχείς συναντήσεις…) Ομοίως έπραξε και το ΚΚΕ, που έσπευσε να χωθεί ενδιαμέσως, ανακοινώνοντας και εκείνο τη δική του κατάθεση στεφάνου στις 10.30 – γιατί, φυσικά, δεν καταδέχονται να συμμετάσχουν ισοτίμως ούτε καν μεταξύ τους.

Δεν μπαίνω στα ψυχολογικά της Αριστεράς – είναι βαρετά, σαν τα γκομενικά των δεκαπεντάχρονων. Μένω στην πολιτική διάσταση του πράγματος. Ωστόσο και αυτή είναι δύσκολο να τη συλλάβεις. Γιατί, δηλαδή, να αρνούνται ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ ή ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ (για να μην τσακώνονται μεταξύ τους, καταλαβαίνετε) να συνυπάρξουν με τα άλλα κόμματα στην καταδίκη της πολιτικής βίας; Τι ύποπτο μπορεί να υπάρχει σε μια τέτοια πρωτοβουλία;

Η αιτιολόγηση από πλευράς τους είναι κοινή: και τα δύο κόμματα, με τις ανακοινώσεις, δείχνουν στο βάθος της εικόνας τον καπιταλισμό – το γνωστό βιολί διά πάσα νόσον και πάσαν μαλακίαν, κατά τον Ευαγγελιστή.

Διαφοροποιούνται μόνο κατά το ότι το ΚΚΕ γενικεύει και με τον τρόπο αυτόν υποδεικνύει την ενοχή του καπιταλισμού, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ περνάει γενεές δεκατέσσερις τις τράπεζες, οι οποίες στην περίπτωση χρησιμεύουν ως μετωνυμία για τον καπιταλισμό. Το καταλαβαίνω για το ΚΚΕ, διότι έχω δεχθεί πλέον ότι πρόκειται για τελείως διαφορετικό οικοσύστημα, οπότε το αντιμετωπίζω με τη δέουσα κατανόηση. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ έχει ένδοξη παράδοση στη σαχλότητα, επομένως ούτε αυτός εκπλήσσει.

Εχω την εντύπωση, ωστόσο, ότι ενώ η Αριστερά δεν έπεσε σε μια παγίδα που δεν υπήρχε, έπεσε σε μιαν άλλη, την οποία έστησε μόνη της στον εαυτό της. Διότι, με τη στάση της, μας επιτρέπει να υποψιαζόμαστε ότι το ερώτημα της πολιτικής βίας το αφήνει να αιωρείται βολικά αναπάντητο, ώστε να αφήνει περιθώριο για ανοχή της βίας, εφόσον αυτή στρέφεται κατά του συστήματος ή του καπιταλισμού. Αυτό μένει από την άρνησή της και είναι στ’ αλήθεια κρίμα. Η επιτυχία μας στην αντιμετώπιση του κορωνοϊού ήταν –και εξακολουθεί να είναι– μια πρώτης τάξεως βάση για να κτίσουμε πάνω της κάτι προς το κοινό συμφέρον. Και, πραγματικά, ποιος μπορεί να μη θεωρεί και δικό του συμφέρον τον κοινό αγώνα κατά της βίας στην πολιτική ζωή; Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ ή, για τους λόγους που αναφέρω παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Από εκεί και πέρα, ο καθένας βγάζει τα συμπεράσματά του.

Ωστόσο, από την υπόθεση αυτή δεν μένει μόνο η αρνητική στάση της Αριστεράς. Μένει το παράδειγμα της πολιτικής του έντιμου συμβιβασμού και του κοινού συμφέροντος, που έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την πρωτοβουλία του και με τη μεθόδευσή της. Μένει ακόμη η διαπίστωση ότι οι ρίζες της ομόνοιας, που πετύχαμε με την επιτυχή διαχείριση της δεύτερης κρίσης (της υγειονομικής), δεν έχουν βάθος, ενώ οι πληγές που άνοιξε η πρώτη κρίση (η οικονομική) είναι ακόμη ευαίσθητες.