ΑΠΟΨΕΙΣ

Κουλτούρα χαμηλής εμπιστοσύνης

Κουλτούρα χαμηλής εμπιστοσύνης

Τους περασμένους δύο μήνες, λόγω της πανδημίας, έκανα τα μαθήματά μου διαδικτυακά. Δεν είχα προηγούμενη εμπειρία, μάθαινα καθ’ οδόν. Αλλάζοντας μέσο επικοινωνίας, εκτίμησα περισσότερο τα πλεονεκτήματα της διά ζώσης διδασκαλίας, αλλά, συγχρόνως, ανακάλυψα νέες δυνατότητες. Επιπλέον, ήταν μια ευκαιρία να μάθω καινούργιες δεξιότητες.

Ηδη από το πρώτο μάθημα, μερικοί φοιτητές με ρώτησαν αν θα επέτρεπα τη μαγνητοσκόπηση των μαθημάτων. «Μερικοί εργαζόμαστε. Δεν μπορούμε να παρακολουθούμε το μάθημα στην ώρα του», είπαν. Αλλοι ανέφεραν ότι η κατάσταση στο σπίτι ήταν μαθησιακά δύσκολη και θα προτιμούσαν να βλέπουν το μάθημα μαγνητοσκοπημένο. Προβληματίστηκα για λίγο, αλλά απάντησα θετικά.

Γιατί δίστασα, αρχικά; Για δύο λόγους. Πρώτον, η δυνατότητα να δεις το μάθημα μαγνητοσκοπημένο σου δίνει κίνητρο να μη συμμετάσχεις στη διαδικτυακή του μετάδοση, χάνοντας έτσι την υπόρρητη γνώση που κομίζει η συμμετοχή σε μια, έστω βιρτουαλική, κοινότητα. Το μάθημα δεν είναι διάλεξη· συνιστά αλληλό-δραση, συμ-μετοχή, επι-κοινωνία.

Δεύτερον, οποιαδήποτε επικοινωνία καταγράφεται μπορεί να χρησιμοποιηθεί κακόβουλα. Ενα αστείο, μια φράση ή ένα σχόλιο ενδέχεται να απομονωθεί από το πλαίσιο εκφοράς του και να μεταδοθεί στρεβλά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στο μάθημά μου λ.χ. χρησιμοποιώ παραδείγματα από την επικαιρότητα, τα οποία, αν εκληφθούν κακόβουλα, εκτός του πνεύματος του μαθήματος, ενδέχεται να με εκθέσουν. Ξέρω ότι δεν διαθέτω μόνο φίλους.

Προέχουν οι διδασκόμενοι

Γιατί απάντησα θετικά; Πρώτον, γιατί εμπιστεύομαι τους φοιτητές μου. Η φυσική προσέλευση ήταν πάντοτε σχετικά υψηλή, πιθανότατα δεν θα άλλαζε τώρα. Δεύτερον, το δίλημμά μου ήταν: προέχει η δική μου βολή και «ασφάλεια» ή η μάθηση των φοιτητών μου; Ως καλός δάσκαλος που επιδιώκω να είμαι, θεώρησα ότι προτεραιότητα έχει η διευκόλυνση των φοιτητών μου, ιδιαίτερα αυτών που, εξαιτίας οικονομικών ή οικογενειακών συνθηκών, μειονεκτούν. Ο ευσυνείδητος επαγγελματίας επωμίζεται πάντοτε προσωπικό ρίσκο στη διαρκή προσπάθειά του να υπηρετεί τον σκοπό που νοηματοδοτεί την επαγγελματική του δραστηριότητα. Οι γιατροί το ξέρουν καλύτερα απ’ όλους.

Θα μπορούσα να καταλάβω επιφυλάξεις των συνδικάτων της ΔΟΕ (δάσκαλοι) και της ΟΛΜΕ (καθηγητές μέσης εκπαίδευσης) για την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση του υπουργείου Παιδείας για την απευθείας διαδικτυακή μετάδοση μαθημάτων, προς όφελος των ευάλωτων μαθητών που, λόγω πανδημίας, πρέπει να μείνουν σπίτι. Τα συνδικάτα δεν φαντασιώνονται κινδύνους που δεν υπάρχουν. Ωστόσο, ως συνήθως, τους διογκώνουν, κλιμακώνουν με τυπικά ελληνικό τρόπο τις αντιρρήσεις τους σε σύγκρουση, και χρησιμοποιούν τη χαρακτηριστικά ξύλινη γλώσσα του ιδεοληπτικού λόγου. Απο-καλύπτουν έτσι μια μικρονοϊκά συντηρητική νοοτροπία. Αν ήμουν μέλος τους, θα ντρεπόμουν να μιλούν εξ ονόματός μου.

Προσπερνώ τις γελοιότητες περί «νεοφιλελευθερισμού» – το κατοπτρικό είδωλο του κάποτε υστερικού αντικομμουνισμού. (Οι ιδεολογικές νευρώσεις δεν έχουν πρόσημο). Μένω στον ισχυρισμό της ΔΟΕ για «την ανεπανόρθωτη αλλοίωση των χαρακτηριστικών της παιδαγωγικής διαδικασίας στη σχολική τάξη. Με [τη νομοθετική ρύθμιση, η κυβέρνηση] μετατρέπει τη διδασκαλία σε τηλεοπτική παράσταση βάζοντας στις τάξεις μας τον Μεγάλο Αδελφό […]». Η ΕΛΜΕ Εβρου αποφαίνεται κατηγορηματικά: «Η ζωντανή σχέση [εκπαιδευτικού – μαθητών] δεν μπορεί να βιντεοσκοπείται για κανέναν λόγο». Για τους σύγχρονους εικονομάχους, οτιδήποτε οιονεί ιερό δεν πρέπει να αναπαρίσταται.

Η επιχειρηματολογία είναι διάτρητη. Προσέξτε, πρώτον, την ουσιοκρατική υφή της. Οπως το έθνος ή τα ιερά κείμενα, η εκπαιδευτική διαδικασία έχει μια δεδομένη και αμετάλλακτη «ουσία», η οποία, εν προκειμένω, «αλλοιώνεται» με την απευθείας διαδικτυακή μετάδοσή της. Οι ουσιοκράτες αντιλαμβάνονται τα κοινωνικά δρώμενα εκτός ιστορικού χρόνου, οπότε αδυνατούν να κατανοήσουν τη μεταβολή – την «αλλοίωση» των νοημάτων και πρακτικών στον χρόνο. Γαντζώνονται στο οικείο. Καθαγιάζουν το υπάρχον. Θεωρούν την οπτικογράφηση ένα είδος αμαρτίας, εφόσον επιφέρει την Πτώση από το ιδεώδες της μέθεξης στο «διαρκές διδακτικό μαθησιακό γίγνεσθαι» (ΟΛΜΕ).

Το πλαίσιο χρήσης

Δεύτερον, οι συνδικαλιστές τανύζουν τις έννοιες και χάνουν τις λεπτές διακρίσεις. Η τηλεμετάδοση δεν είναι ισοδύναμη μιας «τηλεοπτικής παράστασης», όπως οι κάμερες στα γήπεδα δεν μετατρέπουν μια φιλελεύθερη δημοκρατία σε Βόρεια Κορέα. Ούτε η προσωρινή διαδικτυακή μετάδοση, λόγω ανωτέρας βίας, συνιστά Μεγάλο Αδελφό, όπως η τήρηση φακέλων ασθενών στα νοσοκομεία δεν επιτελεί την ίδια λειτουργία με φακέλωμα πολιτών από μυστικές υπηρεσίες. Τα διαφορετικά μέσα έχουν ομοιότητες και διαφορές. Η λειτουργία τους εξαρτάται από το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιούνται – γιατί, πώς, πότε, από ποιους, με ποιους κανόνες.

Η «ξύλινη» γλώσσα των συνδικαλιστών απαρτίζεται από, όπως γράφει ο ευαίσθητος στη χρήση της πολιτικής γλώσσας Τζορτζ Οργουελ, «φράσεις που έχουν απλώς συγκολληθεί σαν κομμάτια ενός προκατασκευασμένου κοτετσιού». Το βαθύτερο πρόβλημα, όμως, είναι άλλο. Ο αστόχαστος συνδικαλιστικός (συνήθως αριστερόστροφος) λόγος αποστρέφεται τα πιεστικά διλήμματα: ποιος έχει προτεραιότητα σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης: ο ευάλωτος παιδαγωγούμενος ή τα «δικαιώματα» του παιδαγωγού; Σε μια κρίση πώς ανα-επινοούμε τις δραστηριότητές μας για να υπηρετήσουμε καλύτερα τον συλλογικό σκοπό μας; Αν η ΔΟΕ και η ΟΛΜΕ διέθεταν εμπνευσμένες ηγεσίες θα ωθούσαν τον κλάδο τους σε ανώτερα επίπεδα προβληματισμού και κοινωνικής συνεισφοράς.

Αποκαλυπτικές, όμως, είναι και οι λεγόμενες φιλελεύθερες αντιδράσεις. «Η “κάμερα” θα ανοίξει το μάθημα», λένε. «Και υπάρχει ο κίνδυνος το μάθημα να “αξιολογηθεί”. Μήπως αυτό είναι τελικά το πρόβλημα της ΟΛΜΕ;» (Μ. Νταλιάνη, Protagon, 5/5/20). Ισως. Η αμυντικότητα είναι αναμενόμενη από ανθρώπους που δεν αξιολογήθηκαν ποτέ στην επαγγελματική τους ζωή. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι στον αυτοπροστατευτικό συντηρητισμό των συνδικαλιστών αντιπαρατίθεται η κακόπιστη επίκριση των φιλελεύθερων, οι οποίοι, με τη σειρά τους, παραβλέπουν τις όποιες εύλογες ανησυχίες των εκπαιδευτικών. Κάθε πλευρά αρνείται να εγκύψει στις ανησυχίες της άλλης.

Στενόμυαλοι συντηρητικοί και κακόπιστοι φιλελεύθεροι συνιστούν τους πόλους ενός μαγνητικού πεδίου που περιστέλλει τη συνθετότητα του δημόσιου προβληματισμού. Επικρατεί η καχυποψία, αδυνατίζει ο ουσιαστικός διάλογος, χάνονται οι αποχρώσεις. Σε κάθε σημείο καμπής μάς είναι δύσκολο να υπερβούμε τη θεσμική κουλτούρα χαμηλής εμπιστοσύνης που διακρίνει τη χώρα. Μεγάλο το πρόβλημα, δύσκολη η θεραπεία του.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.