ΑΠΟΨΕΙΣ

Το βάρος πέφτει στην αστυνομία

gkat_02_0107_page_1_image_0002

Δύο παρατηρήσεις επί του νομοσχεδίου για τις δημόσιες συναθροίσεις.

Είναι πολύ σωστό, νομίζω, ότι το νομοσχέδιο δεν θεσπίζει συγκεκριμένα μέτρα και σταθμά για τη χωροταξική ανάπτυξη μιας διαδήλωσης, αλλά αναθέτει στον επικεφαλής των επιτόπου αστυνομικών δυνάμεων τις αποφάσεις για τον περιορισμό της (σε μία λωρίδα ή στο πεζοδρόμιο), για τη διαδρομή της, ακόμη και για τη διάλυσή της, εφόσον απειλεί την κοινωνική και οικονομική ζωή της περιοχής. Το αντίθετο, δηλαδή να προσδιοριζόταν επακριβώς η σχέση του αριθμού των διαδηλωτών με το εμβαδόν του χώρου, θα ήταν ανόητο, μη εφαρμόσιμο και θα οδηγούσε σε ένα γαϊτανάκι γελοιότητας.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την ευθύνη που επιβάλλεται στον οργανωτή της συνάθροισης, «για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση». Αυτό είναι πράγματι ρηξικέλευθο, ακριβώς επειδή είναι απολύτως λογικό: αν παίρνεις άδεια για να κάνεις πάρτι στον δρόμο (διότι περί αυτού πρόκειται), έχεις και την ευθύνη για τις ζημιές. Ωστόσο, από την ευθύνη αυτή ο οργανωτής απαλλάσσεται, εφόσον έχει τηρήσει τα νόμιμα.

Ποια είναι αυτά; Κυρίως ένα: «Να συνεργάζεται άμεσα με την αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή και ιδίως με τον αστυνομικό ή λιμενικό διαμεσολαβητή και να συμμορφώνεται στις υποδείξεις τους παρέχοντας τη συνδρομή του στην προσπάθεια για την τήρηση της τάξης και την ομαλή πραγματοποίηση της συνάθροισης». Με άλλα λόγια, εφόσον υπάρχει καλόπιστη συνεννόηση και συνεργασία οργανωτή και διαμεσολαβητή, κανείς δεν έχει να φοβηθεί τίποτε, εκτός από τους κακοποιούς που ονομάζουμε ανώδυνα «μπαχαλάκηδες». (Αυτοί, ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσαν ποτέ να ορίσουν οργανωτή, διότι ως αναρχικοί είναι αντίθετοι επί της αρχής…)

Αυτά είναι τα δύο κρίσιμα σημεία στα οποία στηρίζεται όλο το οικοδόμημα. Χωρίς την ευθύνη του οργανωτή και χωρίς τη δυνατότητα του αστυνομικού διοικητή να αποφασίζει επιτόπου, το νομοσχέδιο δεν είναι παρά μια περιττή συμβολή στη γραφειοκρατία. Ομως, στην πράξη και τα δύο αυτά εξαρτώνται απολύτως από την ποιότητα της δουλειάς των αστυνομικών. Δεν αμφισβητώ καθόλου την ικανότητα της αστυνομίας μας να ανταποκριθεί, απλώς επισημαίνω ότι από την ποιότητα αυτής της ανταπόκρισης θα κριθεί η επιτυχία μιας στοιχειώδους μεταρρύθμισης που περίμενε τουλάχιστον τριάντα χρόνια.

Αλλά μήπως από τη χαρά μου προτρέχω; Προφανώς. Συγχωρήστε μου την απαισιοδοξία –είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας, δεν μπορώ να την εμποδίσω–, αλλά φοβάμαι ότι το νομοσχέδιο είναι πολύ καλό για να επιζήσει από τη σύγκρουσή του με την ελληνική πραγματικότητα…

Πριν και μετά

Η σχέση του Νίκου Κωνσταντόπουλου με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν από την αρχή τραυματική. Αυτός υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η νεότερη (και ριζοσπαστικότερη) γενιά τον εξώθησε στην έξοδο. Αν συνυπολογίσουμε ότι πρέπει να τους χρεώνει, εν μέρει τουλάχιστον, και την πολιτική καταστροφή της θυγατρός του Ζωής, η οποία ξεκίνησε από πρόεδρος της Βουλής για να καταλήξει αρχηγός κομματιδίου της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, τότε παίρνουμε μια ιδέα του θυμού που βράζει μέσα του.  

Αυτός ο θυμός ξέσπασε προχθές, σε συνέντευξη που έδωσε, στην οποία κατασπάραξε τον ΣΥΡΙΖΑ. Παρότι πλησιάζει αισίως τη συμπλήρωση της ογδόης δεκαετίας του βίου του (γεννηθείς το 1942) και θα τον περίμενα βαρύτερο, ο Ν. Κωνσταντόπουλος χύμηξε στον ΣΥΡΙΖΑ με τη χαρακτηριστική εκείνη σφοδρότητα που διέκρινε τον δημόσιο λόγο και τις παρεμβάσεις του προ εικοσαετίας. Χάρη στο μένος του για τον ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ξανά ο Κωνσταντόπουλος του περασμένου αιώνα! (Πράγμα εφιαλτικό, ομολογώ, αλλά ευτυχώς ακίνδυνο…)

Ανάμεσα στα πολλά άλλα, ο Ν. Κωνσταντόπουλος κάλεσε τους «παλαιούς συναγωνιστές και ψηφοφόρους» να συγκρίνουν τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ με τον Συνασπισμό των ημερών του: «Αναγνωρίζουν στον ΣΥΡΙΖΑ και σε αυτές τις πρακτικές του τίποτα από την ανιδιοτέλεια της Αριστεράς; Αναγνωρίζουν την ηθική ακεραιότητα; Γιατί σιωπούν; Γιατί συναινούν; Γιατί ανέχονται; Γιατί νομιμοποιούν;».

Να βοηθήσω, κ. Νίκο; Αν μου επιτρέπετε… Ναι, βεβαίως και αναγνωρίζουν την ίδια Αριστερά, γι’ αυτό εξάλλου σιωπούν και νομιμοποιούν. Η μόνη διαφορά της Αριστεράς τότε από την Αριστερά τώρα είναι ότι δοκιμάστηκε στην εξουσία, μετρήθηκε και βρέθηκε ελλιπέστατη. Δεν είναι όπως τη θυμούνται οι νοσταλγοί της, είναι όμως η ίδια. Η πραγματικότητα αυτή είναι, και δεν αλλάζει επειδή είναι δυσάρεστη για ορισμένους. Σόρι, που θα έλεγε ο Παππάς…

Το χρώμα της γάτας

Δεν είναι η πρώτη φορά. Ως ανερμάτιστος παρασύρεται αμέσως και την μπαρούφα την έχει πάντα έτοιμη. «Το νερό», είπε ο Αλέξης Τσίπρας, έπειτα από συνάντησή του με συνδικαλιστές της ΕΥΔΑΠ, «είναι δημόσιο αγαθό και δεν μπορεί να μπει σε διαδικασία πώλησης». Να θυμίσω στον πρόεδρο ότι, εκτός ίσως από εκείνους που βολεύονται με μια στέρνα για τα όμβρια, για όλους τους άλλους στον σύγχρονο κόσμο το νερό ήταν πάντα ένα αγαθό σε «διαδικασία πώλησης». Το νερό το προμηθεύεσαι είτε μέσω σύνδεσης με την ΕΥΔΑΠ, που την πληρώνεις, είτε το αγοράζεις εμφιαλωμένο ή, για μεγαλύτερες ποσότητες, σε βυτία. Το ερώτημα είναι αν συμφέρει περισσότερο να πληρώνεις το νερό της σύνδεσης στο Δημόσιο ή στον ιδιώτη. Το χρώμα της γάτας, για να θυμηθούμε τον Ντενγκ, δεν έχει σημασία.