ΑΠΟΨΕΙΣ

Μεταξύ αστείου και σοβαρού

intime-news_tzam2440_elvira_kopelouzou_borisov

Η αρχή δεν είναι ποτέ «το ήμισυ του παντός» και μην πιστεύετε όποιον σας το λέει. Η αρχή είναι πάντα το ίδιο δύσκολη, αν και στη δική μου περίπτωση τη δυσκολία απαλύνει κάπως η ευχάριστη είδηση της έναρξης του δεύτερου κύκλου της αγαπημένης μας σειράς, «Τσιόδρας – Χαρδαλιάς» (η μεγάλη και αναπάντεχη επιτυχία της περασμένης σεζόν), που θα προβάλλεται πια κάθε Τρίτη και Παρασκευή, με τους ίδιους πάντα πρωταγωνιστές.

Ευχάριστη μόνο κατ’ ευφημισμόν βεβαίως, αφού η επιστροφή του συμπαθέστατου Σωτήρη Τσιόδρα στην επικαιρότητα δείχνει μάλλον τη σοβαρότητα του δευτέρου κύματος της επιδημίας, με την έννοια ότι δεν αρκεί μόνο η αποφασιστικότητα του Χαρδαλιά και η λήψη διοικητικών μέτρων. Ισως περισσότερο απαραίτητη στην παρούσα φάση είναι η πειθώ και η πραότητα του καθηγητή Τσιόδρα, καθώς το δεύτερο κύμα της επιδημίας μικρή σχέση έχει με το πρώτο ως προς την αντιμετώπισή του.

Γενικό lockdown τούτη τη φορά δεν μπορεί να υπάρξει, μόνον τοπικά και υπό την προϋπόθεση ότι η γεωγραφική μορφολογία το επιτρέπει. Μπορείς, λ.χ., να αποκλείσεις τον Πόρο ή την Αντίπαρο, επειδή είναι νησιά. Δεν θα μπορούσες όμως να απομονώσεις την Κηφισιά ή τη Γλυφάδα από το ευρύτερο οικιστικό σύμπλεγμα (πρωτευούσης και προαστίων) στο οποίο ανήκουν, παρά τον επικίνδυνα υψηλό αριθμό κρουσμάτων στις συγκεκριμένες περιοχές. Δεν υπάρχει τρόπος να το κάνεις, ακόμη και αν ήθελες.

Επομένως, το ισχυρότερο όπλο που διαθέτουμε στην παρούσα φάση της πανδημίας είναι η συστηματική και άνευ ολιγωρίας τήρηση των μέτρων αυτοπροστασίας: αποστάσεις, μάσκες, απολύμανση. Η έκβαση της παρούσας φάσης, με άλλα λόγια, εναπόκειται στην καλή θέληση του καθενός μας. Γι’ αυτό και χρειάζεται ξανά η καταπραϋντική παρουσία του Τσιόδρα στην επικαιρότητα.

Χρειάζεται όμως και για την καταπολέμηση της συνωμοσιολογίας, που επανέρχεται δριμύτερη. Φαίνεται ότι ένα στρώμα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, οι λεγόμενοι ψεκασμένοι, πήραν το λάθος μάθημα από την επιτυχή αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της επιδημίας. Αντί να αποδώσουν την επιτυχία στην έγκαιρη λήψη των σωστών μέτρων και την πιστή εφαρμογή τους, την εξηγούν υποτιμώντας την πρόκληση: αν τα καταφέραμε τόσο καλά εμείς, σου λέει, τότε ο κορωνοϊός δεν είναι κάτι τόσο σοβαρό όσο μας λένε! Κάπως έτσι ξεκινά η σπερμολογία της ηλιθιότητας και τα αποτελέσματά της τα θαυμάζουμε σήμερα στις συνωμοσίες που εξυφαίνονται στις σελίδες των social media. Και για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, είναι απαραίτητο να αρχίσει ξανά το φροντιστήριο ο Τσιόδρας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, θέμα φιλότιμου δεν τίθεται, παρότι το επικαλείται –άστοχα κατά τη γνώμη μου– ο πρωθυπουργός, στο διάγγελμά του στις αρχές του μηνός με αφορμή το δεύτερο κύμα του κορωνοϊού. Αναγόρευσε τότε σε «εθνικό μας εμβόλιο» το περιλάλητο «φιλότιμό μας». Ξέρετε, εκείνο που υποτίθεται ότι χάθηκε και το οποίο, κατά τον μύθο, είναι μια έννοια που δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα του κόσμου.

Να εξετάσουμε πρώτα τη λέξη. Οπως τη χρησιμοποιούμε σήμερα, φιλότιμο είναι το κάτι παραπάνω, αυτό που δεν θα σου το πληρώσει κανείς, αλλά το κάνεις για τη σημαία. Γι’ αυτό και το χρησιμοποιούμε, ως επί το πλείστον, μέσα σε πνεύμα συγκατάβασης και επιείκειας. Δεν επαινούμε ποτέ κάποιον για το φιλότιμό του, τη χρησιμοποιούμε για να αντισταθμίσουμε τις άλλες ελλείψεις ή αποτυχίες του: ναι, έστω, αλλά είναι φιλότιμος. Με τόση μιζέρια λοιπόν που έχει φορτωθεί από τη χρήση της η λέξη, είναι λογικό να μην έχει καμία ζήτηση στους καιρούς μας η ιδιότητα του φιλότιμου. Τι να το κάνεις το φιλότιμο όταν η φιλοτιμία έχει επικρατήσει πλήρως; 

Η ειρωνεία εδώ είναι ότι αυτό που εξουθένωσε τη σύγχρονη έννοια του φιλότιμου (τη μίζερη και κακομοιρίστικη) είναι η παντελής επικράτηση της φιλοτιμίας, όπως την εννοούσαν οι Αρχαίοι. Στα ελληνικά που έγραψε, λ.χ., ο Πλούταρχος πριν από 2.000 χρόνια, φιλοτιμία είναι η επιδίωξη της τιμής, κατ’ επέκταση της δόξας, της διάκρισης, της προβολής, της υπεροχής και πάει λέγοντας. Η φιλοτιμία για τους Αρχαίους, όπως καταλαβαίνω ως αναγνώστης που παλεύει εδώ και ένα μήνα με τους Βίους Παράλληλους του Πλουτάρχου, μπορεί να είναι στοιχείο εξίσου θετικό όσο και αρνητικό. Στις σημερινές ανοιχτές κοινωνίες, με τα χειραφετημένα πλήθη και την ενισχυμένη αντίληψη της ατομικότητας, η φιλοτιμία, με την αρχαία έννοια του όρου, επελαύνει αχαλίνωτη και η αναζήτηση του φιλότιμου είναι ματαιότητα.

Και πάντως το φιλότιμο του εθνικού μύθου δεν είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ατομική ευθύνη. Η ατομική ευθύνη, κάτι που προϋποθέτει και περιλαμβάνει την ευθύνη έναντι του κοινωνικού συνόλου, προκύπτει από την πεποίθηση στην αξία του κοινού στο οποίο μετέχεις και το υπερασπίζεσαι.