ΑΠΟΨΕΙΣ

Το φάντασμα του Εμφυλίου

Ο Εμφύλιος πόλεμος είναι ένα ιστορικό γεγονός. Ή μάλλον, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, εδώ και μερικές δεκαετίες ορισμένοι επιστήμονες προσπαθούν να τον ορίσουν ως ιστορικό γεγονός. Να εντοπίσουν δηλαδή, σαν να βλέπουν τη ροή της Ιστορίας σε αργό ρυθμό, τον τρόπο με τον οποίον, μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος, μια κομβική «στιγμή» κινητοποίησε το υπόβαθρο της κοινωνίας. Να ορίσουν τον τρόπο με τον οποίον διέκοψε τη ροή της Ιστορίας. Με δυο λόγια να τον βγάλουν από το επίπεδο του κοινωνικού μύθου όπου κατοικούσε ανενόχλητος για πολλές δεκαετίες, κάνοντας την ιστορία να μοιάζει με συλλογική φαντασίωση. Μην ξεχνάμε ότι μέχρι πρότινος ακόμη και για το όνομά του δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε. Ηταν συμμοριτοπόλεμος, ήταν κομμουνιστική ανταρσία ή μήπως ήταν εμφύλιος; Και επειδή ο ατίθασος χαρακτήρας του δημόσιου διαλόγου μας δίνει το δικαίωμα να διαφωνούμε ακόμη και με τους αριθμούς –εξ ου και η αδυναμία μας να παράγουμε αξιόπιστες στατιστικές– συνεχίζουμε να αμφιβάλλουμε και για τις κομβικές χρονολογίες που ορίζουν την αρχή και το τέλος του. Ξεκίνησε στην διάρκεια της Κατοχής, ή μήπως το ’44 που επαναλήφθηκε το ’46. Τέλειωσε με την δεκαετία του πενήντα ή μήπως, όπως διατείνονται πολλοί, δεν τέλειωσε ποτέ;

Δεν είμαι ιστορικός και τα ζητήματα αυτά τα χειρίζονται άλλοι, αρμοδιότεροι εμού. Δεν χρειάζεται όμως να είσαι ιστορικός για να αντιλαμβάνεσαι, και να απορείς, πώς είναι δυνατόν το πνεύμα του εμφυλίου να εξακολουθεί να στοιχειώνει την δημόσια ζωή ακόμη και σήμερα; Ακόμη και σε έναν κόσμο που δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο που τον δημιούργησε, σε μια ελληνική κοινωνία που διαφέρει ριζικά από εκείνην της δεκαετίας του σαράντα εξακολουθεί να εμφανίζεται στο σκοτάδι της νύχτας και να προγραμματίζει την πολιτική ρητορική, αλλά και την συμπεριφορά, όπως το φάντασμα του πατέρα του Αμλετ προγραμμάτισε τα τραγικά του διλήμματα. Και δεν αναφέρομαι στο μερικό υπόλοιπο του σταλινισμού, το ιστορικό ΚΚΕ και τους οπαδούς του. Αναφέρομαι στην συχνότητα με την οποία εμφανίζεται η λέξη «εμφύλιος» στην καθημερινότητά μας, στον τρόπο που παραμορφώνει την πολιτική και την κοινωνική ζωή, και στον φόβο που προκαλεί η προοπτική μιας επανάληψής του με σημερινούς όρους.

Η διχοτομία δεξιάς και αριστεράς που σκηνοθέτησε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, και η διχοτομία μνημόνιο – αντιμνημόνιο που την διαδέχθηκε δεν είναι παρά μια αναπαραγωγή με φαντασιακούς όρους ενός εμφύλιου πολέμου που διαδραματίζεται στο συμβολικό επίπεδο. Εννοείται ότι πολλοί θα ήθελαν το συμβολικό επίπεδο να γίνει πραγματικό. Απ’ τα παιδιά της Χρυσής Αυγής που παίζουν πόλεμο με πραγματικά πυρά, ως τους κουμπουροφόρους της επανάστασης που αφαιρούν ζωές γιατί έτσι αποφάσισαν, υπάρχει ένα ολόκληρο στρώμα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο μπορεί να ανατριχιάζει στην θέα του όπλου, πλην όμως δεν έχει πάψει να το φαντασιώνεται. Οσοι περιφέρουν τον επιτάφιο της Βαϊμάρης ως πολιτική προοπτική για την Ελλάδα, ως επίσης και τον Δεκέμβρη του ’44 μπορεί να αναγνωρίζουν ότι οι άνθρωποι που τα προκάλεσαν είχαν μεγαλώσει με το όπλο παρά πόδα και όχι οδηγώντας επιδοτούμενα 4Χ4, όμως επειδή ακριβώς το φάντασμα παραμένει ζωντανό διεκδικούν το δικαίωμα στον εφιάλτη.

Υπάρχει βέβαια και η ανθρωπολογική – πολιτισμική ερμηνεία. Οτι, δηλαδή, οι Ελληνες, από αρχαιοτάτων χρόνων, έχουν έφεση στην παραγωγή εμφυλίων, ότι η ίδια η ύπαρξή τους είναι μια συνεχής, ανά τους αιώνες, βιομηχανία αλληλοσπαραγμών. Στο κάτω-κάτω ο Ομηρος στην Ιλιάδα έναν εμφύλιο περιγράφει, ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα, εμφύλιος ο οποίος επικυρώνεται από τους ίδιους τους θεούς οι οποίοι παραμένουν και αυτοί διχασμένοι από την αρχή ως το τέλος του έπους. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι αυτή η άποψη διαφέρει από την άποψη που υποστηρίζει πως οι Ελληνες είναι κατασκευασμένοι για να πρωτεύουν και ότι οι Ελληνες είναι εκ προοιμίου σοφοί, όπως δηλοί και το διαβατήριό τους. Ησαν και παραμένουν ικανοί για το χειρότερο, όμως κάποτε φρόντιζαν να παράγουν και τα πνευματικά αντισώματα που τους επέτρεπαν να θεραπεύουν τον χειρότερο εαυτό τους. Να θυμίσω απλώς ότι η πρώτη απόφαση που εξέδωσε η εκκλησία του δήμου μετά την κατάρρευση της τυραννίας των Τριάκοντα και την αποκατάσταση της δημοκρατίας έφερε τον τίτλο «Περί του μη μνησικακείν» και αμνήστευε τους συνεργάτες των τυράννων για να διακόψει τον κύκλο του εμφύλιου σπαραγμού που ξεκίνησε με την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Οσο η μισή Ελλάδα θεωρεί την άλλη μισή «λαμόγιο», όσο η πολιτική ρητορεία πλειοδοτεί σε απόλυτα μεγέθη και η σύγκρουση διεξάγεται με όρους «θριάμβου» ή «πανωλεθρίας», όσο οι πολιτικοί ταγοί διεκδικούν περγαμηνές σωτήρα, το φάντασμα του εμφυλίου θα συνεχίζει να στοιχειώνει την δημόσια ζωή. Και να υπονομεύει μέσα από τα τριχοειδή αγγεία της καθημερινότητας την κοινωνική συνοχή. Αρκεί μια περιήγηση στο βαθύ διαδίκτυο για να διαπιστώσει κανείς πως είναι ένα αγαθό απολύτως δημοκρατικά μοιρασμένο. Επειδή έχω την αφέλεια να πιστεύω πως ο ρόλος των διανοουμένων δεν έχει καταργηθεί από τον κυρίαρχο homo economicus, και επειδή μοιράζομαι μαζί σας την απογοήτευση για το ηθικό και πνευματικό διαμέτρημα των επαγγελματιών της πολιτικής, των ειδικών του συμβολικού εμφυλίου, πιστεύω πως εκεί υπάρχει πεδίον δόξης λαμπρόν για τον λεγόμενο «πνευματικό κόσμο της χώρας». Στη δημιουργία των πνευματικών αντισωμάτων απέναντι στη γοητεία του αλληλοσπαραγμού.