ΑΠΟΨΕΙΣ

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: Ερασιτέχνες

konstantinos-markoylakis-erasitechnes0Ποιον ακούει τελικά ο πρωθυπουργός; Τους λοιμωξιολόγους; Ή τους φίλους του; Το ερώτημα δεν θα είχε τεθεί αν δεν το ενέπνεε με ένα ξεκούδουνο ευχαριστήριο ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης.
 
Ο θεατράνθρωπος ευχαρίστησε δημοσίως (κάθε ανάρτηση στο Facebook λογίζεται πλέον ως δημόσιος λόγος) την υπουργό Πολιτισμού, τον γενικό γραμματέα του ΥΠΠΟ και τον ίδιο τον Μητσοτάκη επειδή άφησαν ανοικτούς τους χώρους θεαμάτων «ενάντια στις εισηγήσεις όλων των υγειονομικών». Ακόμη κι αν δεν ήταν υγειονομικώς αναγκαίο το χθεσινό κλείσιμο των θεάτρων, μετά το μαρκουλάκειο ενοχοποιητικό ευχαριστήριο, ήταν πολιτικά επιβεβλημένο. Το Μαξίμου όφειλε να δείξει ότι ακούει πρώτα τους γιατρούς και μετά τους ηθοποιούς. Και αυτό παρότι η αρχική διαρροή της επικοινωνίας φαίνεται ότι στόχευε ακριβώς σε αυτό: να παρουσιάσει μια εξουσία που έχει διαύλους με όλους τους χώρους· που δεν περιορίζεται στη γραφειοκρατία, αλλά έχει άμεση αντίληψη της κοινωνίας.
 
Εντάξει, ο Μαρκουλάκης δεν είναι ακριβώς «κοινωνία». Εχει, λόγω διασημότητας, μεγάλη επικοινωνιακή υπεραξία – ιδίως για μια διακυβέρνηση που προσφάτως έχει κατηγορηθεί για κώφωση έναντι των εργατών της τέχνης. Προσφερόταν για διαφημιστική χρήση – παρότι η διαφήμιση εκπυρσοκρότησε ατυχώς σε δυσφήμηση.
 
Από τη σκοπιά, πάντως, του συμφέροντος των «εργατών», που δοκίμασε να εκπροσωπήσει ο ηθοποιός, ο οχετός χολής που δέχεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα μοιάζει προσχηματικός. Αν ο Μητσοτάκης είχε κλείσει από τη Δευτέρα τα θέατρα, θα του καταλόγιζαν αναλγησία για τους καλλιτέχνες. Θα τον έλεγαν νεοφιλελεύθερο και άνιωθο από κουλτούρα. Τώρα, που φέρεται δεκτικός στις αγωνίες του κλάδου, δέχεται αναθέματα για νεποτισμό – σαν να μη γινόταν λόγος για συλλογικό αίτημα· σαν να είχε, ας πούμε, σβήσει κλήση του Μαρκουλάκη για παράνομο παρκάρισμα.

Ο σχετικισμός της αντιπολιτευτικής ηθικολογίας φαίνεται και στην κριτική περί «αυλής». Το να εκδηλώνει ένας καλλιτέχνης τα πολιτικά του πιστεύω, αναλαμβάνοντας και το κόστος μιας συμβολικής υποψηφιότητας –όπως έκανε ο Μαρκουλάκης εντασσόμενος στην τελευταία θέση τού Επικρατείας της Ν.Δ.–, θεωρείται αθέμιτο όταν αφορά την επάρατο Δεξιά. Θεωρείται εκμαυλισμός.
 
Στην Αριστερά, αντιθέτως, επαινείται η στράτευση, ακόμη και όταν προσλαμβάνει μορφή γκροτέσκας, γονυπετούς κολακείας – με τους δημιουργούς να χτυπάνε παλαμάκια επί της πίστας σε αενάως σεκλετισμένους υπουργούς.
 
Η Αριστερά στη σχέση της με τον χώρο του Πολιτισμού αποδεικνύει τη μεγάλη της ανεκτικότητα. Επιτρέπει, ας πούμε, στους ευρωβουλευτές της να συμπληρώνουν την αποζημίωσή τους με αμοιβές από παρουσίαση τηλεπαιχνιδιών. Υποθάλπει τη συρροή της αμειβόμενης «στράτευσης» με τη γεωργουλική σόουμπιζ. Ετσι αναδεικνύεται ο διαχωρισμός. Ο μεν είναι «κολλητός», «παρεάκι» και ερασιτέχνης της πολιτικής. Ενώ ο άλλος είναι, σαφέστατα, φτασμένος επαγγελματίας.