ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελλειμμα οράματος, πλεόνασμα ανεπάρκειας

Το στενάχωρο τρίγωνο των προβλημάτων, με μία πλευρά το νέο επιθετικό κύμα της COVID-19, δεύτερη την εντεινόμενη οικονομική ανέχεια και τρίτη την αβεβαιότητα και τους κινδύνους στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, κάνει αισθητές τις επιδράσεις του. Εμπεδώνεται η αντίληψη ότι τα προβλήματα δεν θα λυθούν ούτε εύκολα ούτε σύντομα. Οι ενέσεις τεχνητής αισιοδοξίας (π.χ. αφελείς υπουργικές υποσχέσεις ότι θα έχουμε το εμβόλιο εντός του 2020, κάποιες ρητορείες για την υποτιθέμενη αντοχή του τουρισμού ή οι πρόωρες προβλέψεις για περιορισμένη ύφεση) καταλήγουν να τροφοδοτούν την απαισιοδοξία. Αλλά, πάνω από όλα, τη μεγάλη ζημιά κάνουν η απουσία μεταρρυθμιστικού οράματος και τα φαινόμενα ακραίας διαχειριστικής ανεπάρκειας. Ενίοτε δε η απουσία και η ανεπάρκεια πάνε μαζί – όπου εμφανίζεται η μία, τη συνοδεύει η άλλη. Είναι ένα κακό δίδυμο.

Δείτε τι γίνεται στη Δικαιοσύνη. Η μεγαλύτερη αδικία λέγεται ότι είναι η μη έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης – λαϊκό και δημοκρατικό πρόβλημα. Αυτή η καθυστέρηση είναι και οικονομικό πρόβλημα, εμποδίζει τις επενδύσεις: «Αν προκύψει κάποια διένεξη, πότε θα επιλυθεί από τη δικαιοσύνη;» ρωτά ο ξένος επενδυτής και όταν ακούει «σε 3 ή 13 χρόνια» παύει να κάνει άλλες ερωτήσεις, φεύγει τρέχοντας. Η επιτάχυνση της απόδοσης δικαιοσύνης προϋποθέτει (και) την ψηφιοποίηση των σχετικών διαδικασιών – που υποτίθεται ότι θα ισχύσει από 1.1.2021. Για να γίνει, θα πρέπει όλοι οι δικηγόροι, δικαστές και δικαστικοί υπάλληλοι να αποκτήσουν ψηφιακή υπογραφή. Σκόπιμα, συστηματικά καθυστερεί! Μέχρι σήμερα, στο μεγαλύτερο Πρωτοδικείο της χώρας έχουν δοθεί ηλεκτρονικές υπογραφές μόνο σε 25 από τους 431 δικαστικούς γραμματείς και σε κανέναν δικαστικό λειτουργό. Η διαχειριστική ανεπάρκεια αντικειμενικά συνδράμει την υπονόμευση της (μετέωρης) μεταρρύθμισης – που ήδη συναντά αντιδράσεις.

Αν το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών στην Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων (και η σημαδιακή αποχή…) αποδειχτεί έγκυρο σχόλιο μιας αδύναμης επαγγελίας για τη μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη, στην Παιδεία τα πράγματα διαβάζονται πιο εύκολα. Στο πεδίο του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος η μεταρρυθμιστική πνοή είναι ανύπαρκτη, δεν έχει καταγραφεί ούτε μία άξια λόγου προσπάθεια να αντιμετωπιστούν χρόνια, μεγάλα προβλήματα και τώρα, με την πανδημία, το μεταρρυθμιστικό κενό συνδυάζεται με τη διαχειριστική ανεπάρκεια σε ένα εκρηκτικό μείγμα. Η τηλεκπαίδευση στα τέλη της προηγούμενης περιόδου ήταν εν πολλοίς μια εικονική πραγματικότητα λόγω προβληματικού συστήματος. Στη νέα περίοδο, σήμερα, σε πολλά γυμνάσια της Αττικής δεν έχει γίνει κανονική, πλήρης διδασκαλία ούτε μία ημέρα, γιατί είτε λείπουν καθηγητές είτε γίνονται καταλήψεις. Τις οποίες υιοθετεί η αντιπολίτευση, περήφανα ανάγοντας τον χαβαλέ σε πολιτικό κίνημα – και λαθεμένα διαπαιδαγωγώντας τα παιδιά.
Αποτέλεσμα είναι ότι λειτουργούν κανονικά μόνο τα ιδιωτικά σχολεία. Τα παιδιά της εργατικής τάξης και των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων παθαίνουν τη ζημιά. Αυτοί πληρώνουν (ή θα πληρώσουν) το κόστος. Είναι οι ίδιοι που ζημιώνονται επειδή οι συντηρητικές δυνάμεις εμποδίζουν τις αναγκαίες, μεγάλες μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται ο τόπος για να ανασάνει.