ΑΠΟΨΕΙΣ

Κώστας Σημίτης: Τσουβάλια

kostas-simitis-tsoyvalia0Μερικές φορές, το πιο δύσκολο είναι να μη λες τίποτε. Με αναπνοές αυτοελέγχου κατόρθωσαν οι στηλίτες της Χαριλάου Τρικούπη να αποκοπούν από τον θόρυβο των εγκόσμιων ερεθισμάτων και να τηρήσουν αιδήμονα σιωπή έναντι του Κώστα Σημίτη. 

Ο πρώην πρωθυπουργός συνήθως αρθρογραφεί για ζητήματα υψηλής εξωτερικής πολιτικής. Αυτή τη φορά επιχείρησε μια σπάνια παρέμβαση στον βάλτο του κομματικού ανταγωνισμού. Καυτηρίασε τη στάση της αντιπολίτευσης στην πανδημία, καταλογίζοντάς της στείρα «αντιπαλότητα» και «άρνηση». Δεν ήταν αόριστος. Παρέπεμψε σε ανακοινώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ. Αυτό το «και» είναι που προκάλεσε βουβή ενόχληση στο κόμμα του Σημίτη. Πίσω από τα σφιγμένα δόντια των στελεχών του ΚΙΝΑΛ άκουγε κανείς το παράπονο ότι ο πρώην πρωθυπουργός «τσουβαλιάζει» το κόμμα τους, που πάντα επιχειρεί να διανθίζει με προτάσεις την κριτική του, με τον ΣΥΡΙΖΑ, που εξαντλείται στην καταγγελία. 

Σύμφωνα με μια κυβερνητική εξήγηση, «το ΚΙΝΑΛ είχε τσουβαλιαστεί μόνο του με τον ΣΥΡΙΖΑ, προτού το τσουβαλιάσει ο Σημίτης». Η Χαριλάου Τρικούπη, λένε, είχε στην τελευταία φάση ευθυγραμμιστεί με τη συριζαϊκή ρητορική, που παρουσιάζει τον ιό ως αποκύημα νεοδημοκρατικής ανεπάρκειας – αγνοώντας τα δεδομένα της παγκόσμιας πανδημίας. 

Ακόμη κι αν είναι έτσι, όμως, γιατί χρειάζεται η κυβέρνηση τη συνηγορία ενός πρώην πρωθυπουργού από άλλη πολιτική οικογένεια; Η ερώτηση υπαινίσσεται αλλότρια σημιτικά κίνητρα. Πρόκειται για αφηγήσεις που πλέκονται και διαδίδονται συστηματικά όχι από τους προσβεβλημένους συντρόφους του ΠΑΣΟΚ, αλλά από ένα κομμάτι της Δεξιάς, που φρίττει με την κομματική αχρωματοψία του Μητσοτάκη στην επιλογή στελεχών και εκλαμβάνει την πολιτική παρακμή του ως αποτέλεσμα εκσυγχρονιστικής επιμόλυνσης. Δεν φταίμε εμείς που μας προσπέρασε η Ιστορία. Φταίνε οι σημιτικοί που μας πετούν από το τρένο. 

Πρώην σημιτικοί υπάρχουν, βέβαια, πιο πολλοί στον ΣΥΡΙΖΑ – ιδίως αν μετρήσει κανείς τους καθηγητές του άλλοτε εκσυγχρονιστικού πυρήνα, που τώρα χρησιμεύουν ως σταθεροποιητές αψύτητας στο μείγμα του Τσίπρα. Αν ο Σημίτης ήθελε να προστατεύσει τον Μητσοτάκη, δεν θα τον εξέθετε στις αλλεργικές αντιδράσεις του παλαιονεοδημοκρατικού ακροατηρίου, που εξακολουθεί να βλέπει τον πρώην πρωθυπουργό επιεικώς ως αντίπαλο. Πέρα από το ποιος πληγώνεται, ποιος φαντασιώνεται και ποιος ωφελείται, χάσκει ένα υπερκομματικό ερώτημα, που τίθεται (και) από τη σημιτική παρέμβαση: Υπάρχει όριο πέρα από το οποίο η αντιπολίτευση στα θέματα δημόσιας υγείας κατατείνει σε υπονόμευση της ίδιας της δημόσιας υγείας; Υπάρχει ύφος το οποίο ξεχωρίζει την κριτική από την εμπρηστική εκμετάλλευση της ανασφάλειας που προκαλεί η πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση; Αυτό το όριο, μεταξύ πολιτικού ελέγχου και πτωματολαγνικής σπέκουλας, θα μπορούσε να αναζητήσει στον λόγο της η αντιπολίτευση. Δεν θα το κάνει.