ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι συμβαίνει στην Αμερική;

Κλείνουν σχεδόν δύο εβδομάδες από τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών και ο ηττημένος (και απερχόμενος πρόεδρος) Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να μην αποδέχεται τα αποτελέσματα. Πρόκειται για συμπεριφορά δίχως προηγούμενο στις ΗΠΑ, τουλάχιστον στον εικοστό αιώνα, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο πως προοιωνίζεται καταστάσεις ανωμαλίας, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι.

Παρά την ήττα του, ο Τραμπ διέψευσε τις δημοσκοπήσεις. Το αποτέλεσμα της λαϊκής ψήφου είναι καθαρό (50,8% έναντι 47,4%), αλλά ο πρόεδρος των ΗΠΑ εκλέγεται από τους πολιτειακούς εκλέκτορες και εκεί ο Τραμπ άγγιξε τη νίκη. Κατάφερε όχι μόνο να διατηρήσει την εκλογική του βάση και να την επεκτείνει, τόσο αριθμητικά όσο και ποιοτικά – γεγονός που υποδεικνύει πως πολλές προεκλογικές αναλύσεις δεν ήταν παρά ευσεβείς πόθοι.

Τα βασικά στοιχεία των δύο συνασπισμών έτσι όπως προκύπτουν από τις πρώτες εκλογικές αναλύσεις έχουν ως εξής: και οι δύο συνασπισμοί είναι σαφέστατα διαταξικοί και περιλαμβάνουν αντίστοιχα ποσοστά ψηφοφόρων από τις διάφορες εισοδηματικές ομάδες. Ο Τραμπ κυριαρχεί στους λευκούς ψηφοφόρους, αλλά αυτή τη φορά κατάφερε να αποκτήσει ένα αξιόλογο έρεισμα σε εθνοτικές μειονότητες όπου είχε πολύ μικρότερη παρουσία προηγουμένως. Ο Μπάιντεν κυριάρχησε στις μειονότητες και κέρδισε καταφέρνοντας να αυξήσει τα ποσοστά του στις πόλεις και τα προάστια. Η διαφορά που υπήρχε στο μορφωτικό επίπεδο των ψηφοφόρων των δύο κομμάτων υποχώρησε, παρέμεινε όμως η γεωγραφική διαφορά, με τον Μπάιντεν να κυριαρχεί στα αστικά κέντρα, τον Τραμπ στις αγροτικές περιοχές και τους δύο να ισοψηφούν στα προάστια. Η κυριαρχία του Τραμπ είναι σαφής (αλλά μικρότερη από ό,τι αναμενόταν) στους άνδρες, ενώ ο Μπάντεν στηρίχθηκε περισσότερο από τις γυναίκες και ιδίως τους νέους.

Τι μας λένε τελικά όλα αυτά; Ας προσπεράσουμε τους απαξιωτικούς ισχυρισμούς που είναι μέρος του πολιτικού παιχνιδιού (οι Δημοκρατικοί αντιμετωπίζουν τους Ρεπουμπλικανούς ως άξεστους και ρατσιστές βλάχους, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί τους Δημοκρατικούς ως αλαζόνες αριστοκράτες) και ας μείνουμε στα δεδομένα. Τον Τραμπ ψηφίζουν κυρίως οι παραδοσιακοί Ρεπουμπλικανοί, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ένα σημαντικό ποσοστό θρησκευόμενων ευαγγελικών. Σε αυτούς έχει προστεθεί μια σημαντική μερίδα πρώην Δημοκρατικών ψηφοφόρων, κυρίως εργατικής προέλευσης που είχαν στηρίξει πρωτύτερα τον Ομπάμα. Αυτό που τους ενώνει είναι η αντιπάθεια προς τους Δημοκρατικούς και το ύφος πολιτικής ορθότητας που προωθούν τα μεγάλα ΜΜΕ και το Χόλιγουντ. Αντίστοιχα, τους Δημοκρατικούς ενοποιεί όσο τίποτα η αντιπάθεια προς το πρόσωπο του Τραμπ αλλά και ο φόβος πως θεμελιώδη κεκτημένα δικαιώματα, όπως η επιλογή στην έκτρωση, κινδυνεύουν.

Η περιγραφή αυτή στηρίζει μια ερμηνεία της πολιτικής στις ΗΠΑ ως μιας σύγκρουσης που βασίζεται περισσότερο σε πολιτισμικά απ’ ό,τι σε οικονομικά χαρακτηριστικά. Οσο για την όλη συμπεριφορά και το ύφος του Ντόναλντ Τραμπ μπορούμε να πούμε πως υπήρξε ενισχυτική της πόλωσης αλλά σε καμιά περίπτωση δεν λειτούργησε αποτρεπτικά για τον ίδιο. Για να το πω διαφορετικά, οι ψηφοφόροι του παραβλέπουν το ύφος του ή το αποδέχονται ως στοιχείο που τονίζει την αυθεντικότητά του και τον διαφοροποιεί από τους κλασικούς πολιτικούς τους. Αυτό επομένως πρέπει να είναι το πλαίσιο ερμηνείας της μετεκλογικής συμπεριφοράς του Τραμπ. Δεν σχεδιάζει πραξικοπήματα αλλά επιδιώκει να διατηρήσει την αποδοχή του ώστε να συνεχίσει την πολιτική του σταδιοδρομία με στόχο το 2024.

Ο ισχυρισμός πως η άνοδος του Τραμπ θα σήμαινε το τέλος της αμερικανικής δημοκρατίας και πως οι εκλογές θα οδηγούσαν σε εκτεταμένη βία ή ακόμη και εμφύλιο πόλεμο διαψεύσθηκαν στην πράξη. Η ζημιά όμως που εξακολουθεί να κάνει με τη συμπεριφορά του είναι πραγματική, ορατή κυρίως στη διάβρωση των θεσμών και την πόλωση. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι θεσμοί των προηγμένων δημοκρατιών είναι πιο ανθεκτικοί από ό,τι συχνά πιστεύουμε, ενώ η πόλωση αυξάνει τη σχέση των πολιτών με την πολιτική και τη συμμετοχή τους σ’ αυτή.
 
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.