ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Το φαινόμενο Τραμπ δεν ήταν ένα απλό ατύχημα

Παρά την ανοιχτή υπονόμευσή του από γερουσιαστές και άλλες προσωπικότητες των Ρεπουμπλικανών, αποδείχθηκε ότι ο Τραμπ ελέγχει απολύτως την κοινωνική βάση του κόμματός του, η οποία τον υπερψήφισε σε ποσοστό 93%. (Φωτ. A.P. Photo / Evan Vucci)

Oσοι προσδοκούσαν, τη νύχτα της Τρίτης, μια συντριπτική νίκη του Τζο Μπάιντεν, που θα αποδείκνυε ότι η επικράτηση του Τραμπ, το 2016, ήταν ένα απλό ιστορικό ατύχημα, υπέστησαν ψυχρολουσία. Ναι, ο Δημοκρατικός υποψήφιος επικράτησε με διαφορά της τάξεως του 3% σε πανεθνικό επίπεδο, με τη συμμετοχή των πολιτών να φτάνει το 67%, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο από το 1900. Ωστόσο, το γεγονός ότι περίπου 70 εκατομμύρια Αμερικανοί, το 48% των ψηφισάντων, άνθρωποι που έβλεπαν κάθε μέρα επί τέσσερα χρόνια τις απίθανες εκφάνσεις αυτής της αλλόκοτης προσωπικότητας που λέγεται Ντόναλντ Τραμπ, αποφάσισαν ότι τους άρεσε εκείνο που έβλεπαν, αποτελεί τελεσίδικη ετυμηγορία: όχι, ο τραμπισμός δεν ήταν η προσωρινή εκτροπή τής κατά τα άλλα υγιούς Αμερικής, αλλά το σύμπτωμα μιας βαθύτατης παθολογίας, που δεν θα εκλείψει ούτε γρήγορα ούτε εύκολα.

Παρά την ανοιχτή υπονόμευσή του από γερουσιαστές και άλλες προσωπικότητες των Ρεπουμπλικανών, αποδείχθηκε ότι ο Τραμπ ελέγχει απολύτως την κοινωνική βάση του κόμματός του, η οποία τον υπερψήφισε σε ποσοστό 93%. Οχι μόνο δεν παρέσυρε σε καταβαράθρωση τους Ρεπουμπλικανούς στο Κογκρέσο, αλλά συνέβαλε στο να διατηρήσουν –όπως φαίνεται– τον έλεγχο της Γερουσίας και να μειώσουν τη διαφορά τους με τους Δημοκρατικούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι πολύ μεγάλες, για τις συνθήκες της πανδημίας, και γεμάτες πάθος προεκλογικές συγκεντρώσεις του, την ώρα που ο Μπάιντεν εκφωνούσε ελάχιστες ομιλίες απέναντι σε ολιγάριθμους οπαδούς του σε drive-in, επιβεβαίωσε ότι, αν και η μισή Αμερική τον μισεί, σχεδόν η άλλη μισή τον αποθεώνει σαν τον ήρωά της. Θλιβερό, αλλά όχι ανεξήγητο.

Η νίκη-σοκ του Τραμπ το 2016 δεν ήταν ένας μετεωρίτης που έπεσε από τον ουρανό. Αντιθέτως, αποκάλυψε το τεκτονικό ρήγμα που διατρέχει την αμερικανική κοινωνία μετά την οδυνηρή οικονομική κρίση του 2007-2010: το ρήγμα ανάμεσα στους κερδισμένους και στους χαμένους της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Η Χίλαρι Κλίντον εξέφραζε εκείνους που κερδίζουν σε έναν κόσμο προκλητικών κοινωνικών ανισοτήτων, ενώ ο Τραμπ ήταν το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο των χαμένων, αυτών που έμειναν πίσω, απέναντι στις κοσμοπολίτικες ελίτ που τους περιφρονούν, όταν δεν τους αγνοούν. Ελλείψει προοδευτικής απάντησης στις αγωνίες τους, ύστερα από τον εξοστρακισμό του αριστερού Δημοκρατικού υποψηφίου Μπέρνι Σάντερς, παραδόθηκαν σε ένα δημαγωγό, ρατσιστή πλουτοκράτη, που εμφανίστηκε ως ιππότης των αδυνάτων. Και αυτό θλιβερό, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία που συνέβη κάτι τέτοιο.

Καταλυτικό ρόλο στη νίκη του Τραμπ το 2016 διαδραμάτισε το γεγονός ότι κατάφερε, με τη βοήθεια και της τύχης, να γκρεμίσει το περίφημο «μπλε τείχος» των Δημοκρατικών στις βιομηχανικές πολιτείες που αποτελούσαν παραδοσιακά οχυρά τους, στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών (Πενσιλβάνια, Μίσιγκαν, Ουισκόνσιν, Οχάιο). Κάτι ανάλογο με αυτό που πέτυχαν η καμπάνια του Brexit και ο Μπόρις Τζόνσον όταν γκρέμιζαν το παραδοσιακό «κόκκινο τείχος» των Εργατικών στις βιομηχανικές περιοχές της βόρειας Αγγλίας. Από αυτή την άποψη, το 2016 του Τραμπ και του Brexit ήταν η πένθιμη καμπάνα για τη στρατηγική των «Νέων Δημοκρατικών» του Κλίντον και των «Νέων Εργατικών» του Μπλερ, που έγινε η πολιτική βίβλος της Κεντροαριστεράς, σε Αμερική και Ευρώπη, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της στα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Αν και υπήρξε εκλογικά επιτυχής σε εποχές σχετικής οικονομικής ευμάρειας, η «στροφή στο Κέντρο» απέβη καταστροφική όταν η οικονομική κρίση πόλωσε το κοινωνικό σώμα προς τα άκρα.

Η στρατηγική Μπάιντεν

Αν ο 77χρονος και ελάχιστα χαρισματικός Μπάιντεν κέρδισε τη μάχη για το χρίσμα των Δημοκρατικών, ήταν γιατί εμφανιζόταν ως ο μόνος που θα μπορούσε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη δεξιά και στην αριστερή πτέρυγα του κόμματός του, που τόσο ακριβά τους στοίχισε το 2016. Η εκλογική στρατηγική του περιελάμβανε την προσπάθεια να ανορθώσει το κατεστραμμένο «μπλε τείχος» των Δημοκρατικών, ανακτώντας κρίσιμες βιομηχανικές πολιτείες που είχε αλώσει ο Τραμπ. Υπό αυτό το πρίσμα, υιοθέτησε ένα προοδευτικό οικονομικό πρόγραμμα, πιο τολμηρό από εκείνο του Ομπάμα, δεσμευόμενος για διπλασιασμό του κατώτατου μισθού, πιο δίκαιη φορολογία, μεγάλες κρατικές επενδύσεις και στήριξη των συνδικάτων. Επιπλέον, ενσωμάτωσε μεγάλο μέρος του οικονομικού πατριωτισμού του Τραμπ, ρίχνοντας το σύνθημα «να αγοράζουμε αμερικανικά προϊόντα, που θα παράγονται στην Αμερική». Αν τελικά εκλεγεί, όπως φαίνεται, πρόεδρος, θα το οφείλει σε μεγάλο βαθμό σε αυτές τις κρίσιμες πολιτείες. 

Αρωγός του σε αυτή την προσπάθεια αποδείχθηκε το κίνημα των μαύρων, που σάρωσε τους προηγούμενους μήνες την Αμερική. Ο Τραμπ είχε προσπαθήσει να εκμεταλλευθεί τις φυλετικές ταραχές για να εμφανιστεί ως ο πρόεδρος «του νόμου και της τάξης», ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε κάτι ανάλογο με εκείνο που πέτυχε ο Ρίτσαρντ Νίξον στις εκλογές του 1968, ύστερα από τις μεγάλης κλίμακας ταραχές που ακολούθησαν τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Σε αυτό το πεδίο διαψεύστηκε τραγικά. Εννέα στους δέκα μαύρους υπερψήφισαν τον Μπάιντεν, ενώ ο Τραμπ δεν κέρδισε ούτε μία από τις διαφιλονικούμενες πολιτείες που βρέθηκαν στο κέντρο των ταραχών, όπως το Ουισκόνσιν και το Μίσιγκαν.

Ως πρόεδρος, ο Μπάιντεν θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη χειρότερη πανδημία εδώ και έναν αιώνα, την πιο δεινή οικονομική κρίση από το 1929 και τη χειρότερη κατάσταση στο φυλετικό ζήτημα από τη δεκαετία του 1960, με μια Αμερική διχασμένη σε δύο κόσμους, όπου οι μεν θεωρούν τους άλλους ρατσιστές, οι δε βλέπουν τους απέναντι ως κομμουνιστές. Και όλα αυτά με μια Γερουσία και ένα Ανώτατο Δικαστήριο υπό τον έλεγχο των συντηρητικών και ένα Δημοκρατικό Κόμμα βαθιά διχασμένο, παρά την προσωρινή, προεκλογική εκεχειρία. Πελώρια η πρόκληση, βαρύ το φορτίο.