ΑΠΟΨΕΙΣ

Θεία Κοινωνία και κορωνοϊός

Τα πολλαπλά κρούσματα κορωνοϊού που εντοπίστηκαν προσφάτως στον εκκλησιαστικό χώρο αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία της Ελλάδος έχει διαχειριστεί την πανδημία της COVID-19. Είναι γεγονός ότι, με εξαίρεση κάποιες αναπόφευκτες, πλην καταδικαστέες παραφωνίες, η Εκκλησία συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις των ειδικών, βάζοντας το δικό της λιθαράκι στην προσπάθεια της πολιτείας να περιορίσει τη μετάδοση του ιού. Στο πλαίσιο αυτό, κι ενώ βρισκόμαστε ήδη στο μέσον του δεύτερου lockdown, οι χώροι λατρείας, στους οποίους δεν επιφυλάσσεται αυτοτελής δυνατότητα πρόσβασης, λειτουργούν και πάλι, χωρίς την παρουσία πιστών, μέχρι νεωτέρας… Ωστόσο, η Εκκλησία έχει δεχθεί έντονη κριτική για την αδιαπραγμάτευτη θέση της όσον αφορά το μυστήριο της Θείας Μετάληψης και τον πιθανό συσχετισμό του με τη διάδοση του κορωνοϊού. Βασικό αξίωμα της ορθόδοξης διδασκαλίας είναι ότι η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία γίνεται «εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καὶ σώματος». Αποτελεί δικαίωμά της η συγκεκριμένη παραδοχή; Ασφαλώς, αφού αυτή δεσμεύει τα μέλη της στα οποία και απευθύνεται, που δεν αμφισβητούν τον αγιαστικό ρόλο των μυστηρίων… Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Εκκλησία «ζει στην Ευχαριστία και διά της Ευχαριστίας», η οποία είναι το κέντρο της λατρευτικής ζωής και, κατ’ επέκταση, η συμμετοχή του πιστού σε αυτή αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση. Μπορεί, επομένως, να «ενοχοποιείται» η Θεία Ευχαριστία για τη διασπορά του ιού και να προτείνεται η αλλαγή στον τρόπο μετάδοσής της;

Μπορεί το ερώτημα να τίθεται επιτακτικά σήμερα, ωστόσο δεν είναι καινούργιο. Είχε διχάσει τον δημόσιο διάλογο –έφτασε μάλιστα μέχρι και το Κοινοβούλιο– και τη δεκαετία 1980, με μια ανάλογη αφορμή, την εξάπλωση του HIV/AIDS. Αρχικώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι στο δόγμα της Εκκλησίας ανάγεται οπωσδήποτε η Θεία Ευχαριστία, όχι όμως και ο τρόπος μετάδοσής της. Σε διαφορετική περίπτωση, ο τελευταίος θα παρέμενε αμετάβλητος στο πέρασμα των αιώνων. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, καθώς η χρήση κοινής λαβίδας επιβλήθηκε μόλις από τον 12ο αι. για ποιμαντικούς λόγους και είναι έκτοτε συνυφασμένη με τη μακραίωνη εκκλησιαστική πρακτική. Αλλωστε, η εμπειρία της Εκκλησίας διασώζει και άλλες εναλλακτικές εκδοχές για τη μετάδοση της Θείας Μετάληψης, οι οποίες ασφαλώς δεν αλλοιώνουν το μυστήριο… Επομένως, δεν κωλύεται η Εκκλησία να επιδείξει μια σχετική ευελιξία, χωρίς κανείς να μπορεί βάσιμα να την κατηγορήσει ότι παραβιάζει κάποιο δογματικό της «άβατο».

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι «μπορούμε να επιβάλουμε στην Εκκλησία να αλλάξει το τυπικό της, ούτε τον τρόπο με τον οποίο τελεί τα μυστήριά της» (Ι. Μ. Κονιδάρης, Βήμα, 15.3.20). Μια τέτοια μονομερής επέμβαση θα παραβίαζε τη θρησκευτική αυτονομία, η οποία, ως επιμέρους εκδήλωση της θρησκευτικής ελευθερίας, κατοχυρώνεται συνταγματικώς και για την «επικρατούσα» Ορθόδοξη Εκκλησία. Σύμφωνα με αυτήν, η Εκκλησία διατηρεί το δικαίωμα «να οργανώνει την εκκλησιαστική ζωή και να τελεί τα άγια μυστήρια σύμφωνα με την κανονική και εκκλησιολογική της παράδοση και αυτοσυνειδησία» (Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος).

Τι θα γίνει, λοιπόν, εάν κριθεί τεκμηριωμένα, με βάση τα πορίσματα των ειδικών επιστημόνων, ότι από τον παραδοσιακό τρόπο μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας ελλοχεύει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία; Στην περίπτωση αυτή, η Εκκλησία της Ελλάδος θα έχει, ύστερα από συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο έχει την ευθύνη του συντονισμού των Ορθόδοξων Εκκλησιών, τις εξής δύο, νομίζω, επιλογές· είτε να συστήσει στους πιστούς της να απέχουν για μικρό διάστημα από τη Θεία Κοινωνία, εφόσον κρίνει, όπως έχει ασφαλώς δικαίωμα, ότι δεν υπάρχει περιθώριο για οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο μετάδοσής της, είτε, σε διαφορετική περίπτωση, να εφαρμόσει «προς καιρόν» μία εναλλακτική μέθοδο, ως «το μη χείρον βέλτιστον».

Σε κάθε περίπτωση, ας μη μας διαφεύγει ότι η αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων –ενίοτε αυστηρών– εξαρτάται άμεσα και από την κοινωνική αποδοχή τους. Θεωρώ, πάντως, πως ο κίνδυνος δεν βρίσκεται τόσο στο ότι πρέπει να εφαρμόσουμε τα μέτρα –αυτό είναι κάτι προσωρινό– όσο στο ότι ενδέχεται να τα συνηθίσουμε – αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο.
 
* Ο κ. Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ, δικηγόρος.