ΑΠΟΨΕΙΣ

Αλέξης Τσίπρας: Βρωμοπήγαδα

alexis-tsipras-vromopigada0Δεν θα μας ένοιαζε πού μένει ο Αλέξης Τσίπρας. Δεν θα μας ένοιαζε, αν ο ίδιος δεν είχε πρώτος επικαλεστεί ως τεκμήριο ταξικής αθωότητας το δικό του σπίτι – και ως στίγμα τα σπίτια, τα επώνυμα, ακόμη και τα πτυχία των άλλων. Αν υπάρχει κάποιος που κερδοσκόπησε επενδύοντας στα στερεότυπα του κοινωνικού φθόνου είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, και ο περήφανος Κυψελιώτης πρόεδρός του.
 
Το σχήμα αυτό λειτουργούσε πολιτικά και ψυχολογικά: Μπορούσε κανείς χωρίς ενοχές να δίνει πολιτική περιωπή στα οικογενειακά ταξίδια του Τσίπρα στο Παρίσι, στα μενού του πρωθυπουργικού αεροσκάφους, στα πούρα και στα κότερα. Μπορούσε τουλάχιστον να ανέχεται αυτές τις αντιτσιπρικές επιθέσεις ως δίκαιη ανταπόδοση των μεθόδων που είχε επιστρατεύσει πρώτος ο σπορέας της αντιμνημονιακής παραφοράς. Τα έκανε, τα λούζεται. Αβυσσος άβυσσον επικαλείται. Και λαϊκισμός λαϊκισμόν.
 
Αυτή η δικαιοσύνη Παλαιάς Διαθήκης, όμως, δεν είναι παλαιά μόνο μεταφορικά. Είναι εντελώς «2016». Η αντιπολίτευση αποδόμησης του «ηθικού πλεονεκτήματος» βρήκε τα πολιτικά και τα αισθητικά της όρια, αλλά και την πανηγυρική της δικαίωση, στις διαδοχικές κάλπες του 2019. Τι νόημα έχει να αναζητείται σήμερα με το μικροσκόπιο, στα ψιλά των μισθωτηρίων, η αποδόμηση του ήδη αποδομημένου;
 
Η απάντηση είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, αμεταμέλητος και ανεπηρέαστος από την εκλογική του αποδοκιμασία, επιμένει στην ίδια τοξική μεθοδολογία κατά των πολιτικών του αντιπάλων. Το αντιπολιτευτικό φούσκωμα του ποδηλάτου νομιμοποιεί την κυβέρνηση να απαντά με τα ίδια μέσα.
 
Το ερώτημα τακτικής είναι αν συμφέρει μια κυβέρνηση, που προσπαθεί να πείσει την κοινωνία ότι αναλώνεται στη σωτηρία της δημόσιας υγείας, να δίνει την εντύπωση ότι βρίσκει χρόνο να ασχοληθεί με το ποιος πέρασε καινούργια πόμολα στην έπαυλη του Βρωμοπηγαδίου. Ακόμη και αν η συζήτηση φθείρει τον Τσίπρα, δεν σταματά αυτομάτως και τη φθορά του αντιπάλου του. Μπορεί το ξεκατίνιασμα να φθείρει και τους δύο εξίσου.
 
Υπάρχει, όμως, και ένα θέμα ουσίας. Οσοι καταψήφισαν τον Τσίπρα, καταψήφισαν και το ύφος της εποχής του. Η προσδοκία και η εντολή αυτής της πλειοψηφίας, που ήταν πολύ ευρύτερη του κομματικού ακροατηρίου, δεν ήταν απλώς οι λιγότεροι φόροι. Η πλειοψηφία διάλεξε αυτό που μονολεκτικά λεγόταν «κανονικότητα» και, εκτός από την επιστροφή στην οικονομική ομαλότητα, ενσωμάτωνε την επιστροφή στον ήρεμο παλμό της ώριμης δημοκρατίας.
 
Ολα αυτά ακούγονται πολύ «κυριλέ» στα τσακάλια της πολιτικοδημοσιογραφικής στέπας, που βλέπουν την πολιτική σαν λουτρό αίματος. Το ίδιο λένε και παράγοντες της συμπολίτευσης, που αισθάνονται ότι για εκείνους ο πήχυς της ευπρέπειας μπαίνει πολύ ψηλά, την ώρα που στον ΣΥΡΙΖΑ συγχωρείται η ασχήμια.
 
Αν είναι έτσι, ευτυχώς που είναι έτσι. Ευτυχώς που δεν έχει βρικολακιάσει παντού η κουλτούρα που καταψηφίστηκε.