ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Αχαρτογράφητα νερά

Η πανδημία COVID-19 είναι ένα δυναμικό μέγεθος, αστάθμητο και απρόβλεπτο. Δεν υπάρχει πρόσφατη κι αντίστοιχη εμπειρία, τα πρωτόκολλα φτιάχνονται σε ενεστώτα χρόνο, ενώ ακόμα και τα πλουσιότερα κράτη με τα πιο προηγμένα συστήματα υγείας υιοθετούν λογική «βλέποντας και κάνοντας». Κανείς δεν είναι σίγουρος για όλα όσα πράττει. Επικρατεί, έτσι, μια εύλογη συνθήκη αυτοσχεδιασμού, αναδίπλωσης και πειραματισμού. Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες δεν είναι πάντοτε θέμα εξυπνάδας και οργάνωσης, η τύχη παίζει σημαντικό ρόλο. Παράλληλα, τα διακυβεύματα είναι ποικίλα και δύσκολα στο ζύγισμα. Το δόγμα της υγείας που υπέρκειται της οικονομίας ακούγεται ιδανικό θεωρητικά, αλλά, έπειτα από έναν ικανό αριθμό χτυπημάτων, και η οικονομία αποδεικνύεται κρίσιμος παράγοντας υγείας. Εν ολίγοις, το θέμα δεν προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις. Είναι πράγματι εκρηκτικά περίπλοκο και εν πολλοίς ανεξερεύνητο, πολιτικά κι επιστημονικά.

Αναπόφευκτες ζημίες

Εξ ου και πολλές από τις αμφιλεγόμενες κινήσεις της κυβέρνησης στην πραγματικότητα ήταν περισσότερο αναγκαίες επιλογές παρά λογικές αιτίες σύγκρουσης. Ο περιορισμός των συναθροίσεων, η τηλεκπαίδευση, το κλείσιμο των καταστημάτων και τόσα άλλα μέτρα που ξεσήκωσαν δυσανάλογες αντιδράσεις δεν ήταν εκφράσεις ιδεολογίας, αλλά επιβεβλημένες προσπάθειες για την ανάσχεση της διασποράς ενός ιού που αδιαφορεί για το αξιακό μας σύστημα και μας σκοτώνει αδιακρίτως. Στο πλαίσιο αυτής της ακανόνιστης ταραχής, είναι κατανοητά ακόμη και τα σφάλματα στρατηγικής. Τα αυξανόμενα κρούσματα στις χώρες των οποίων την οργάνωση παραδοσιακά ζηλεύουμε, το αποτυχημένο σουηδικό μοντέλο, οι σουρεαλιστικές ουρές έξω από το Harrods στο Λονδίνο και η σπαραξικάρδια έκκληση της Μέρκελ στους Γερμανούς πολίτες να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τις επαφές τους είναι ενδεικτικά μιας οικουμενικής αδεξιότητας και αμηχανίας. Η εθνική μας ασχετοσύνη, που κυριαρχεί δυσάρεστα σε πολλά άλλα ζητήματα, δεν είναι ο κυρίαρχος λόγος που η πανδημία μάς ζορίζει.

Ασκηση στη σοβαρότητα

Ομως ο κορωνοϊός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται για πάντα ως η πρωτόγνωρη εμπειρία που αιφνιδιάζει και δεν αφήνει περιθώρια πρόληψης κι αποτελεσματικής αντιμετώπισης. Κι αν οι αστοχίες στη διαχείρισή του δικαιολογούνται από το μέγεθος της πανδημίας, οι στυγνές ανοησίες απαγορεύονται βάσει των όσων ξέρουμε ήδη γι’ αυτήν. Την ώρα που τόσοι κλάδοι της οικονομίας δοκιμάζονται από τα άγρια μέτρα περιορισμού της μετάδοσης, η απόφαση της κυβέρνησης να ανοίξει τα καταστήματα περιποίησης νυχιών(!), και μάλιστα με μια βλακωδώς σεξιστική αιτιολόγηση από τον γενικό γραμματέα Εμπορίου περί ψυχολογικής ανάτασης του γυναικείου πληθυσμού, αγγίζει επίπεδα φάρσας. Η δήλωση δε του κυβερνητικού εκπροσώπου, πως έτσι καταπολεμάται καλύτερα το φαινόμενο της «μαύρης» εργασίας, εγείρει για πολλοστή φορά ερωτήματα σχετικά με την επαφή της κυβέρνησης με την πραγματικότητα. Αραγε αντιλαμβάνεται για πόσους άλλους κλάδους ισχύει η «μαύρη» εργασία ελλείψει άλλης επιλογής; Κι από το επιχείρημα αυτό, τι ακριβώς συνάγουμε εμείς ως γενικότερη αρχή; Προφανώς, ότι όποιος παρανομήσει τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης. Οι επιλεκτικές ευαισθησίες και οι ασάφειες εντείνουν ένα κλίμα δυσπιστίας τόσο απέναντι στους διαχειριστές της κρίσης όσο κι απέναντι στην ίδια την κρίση. Σ’ αυτή τη φάση, κάθε απόφαση, ακόμη και η πιο αβέβαιη, πρέπει να είναι αιτιολογημένη με επάρκεια και σοβαρότητα.

Το κακομαθημένο παιδί

Το άνοιγμα των ναών σε περισσότερους πιστούς (έως 25 στους ιερούς ναούς, έως 50 στους μητροπολιτικούς), εκτός από κατάφωρη πρόκληση προς εκείνους που υποχρεούνται να κρατήσουν κλειστές τις επιχειρήσεις τους, επιχειρήσεις χωρίς την κρατικοδίαιτη εξασφάλιση της Εκκλησίας και φυσικά χωρίς τις υψηλές πιθανότητες διασποράς που φέρουν οι χώροι λατρείας, είναι και ένας ιδιαιτέρως οπισθοδρομικός συμβολισμός. Για ακόμη μία φορά, η Εκκλησία βάζει πάνω από το κοινό συμφέρον τον κυνικό εγωισμό της, διαχειριζόμενη την κρίση όχι με την υπεύθυνη φιλαλληλία που θα προσδοκούσε κάποιος καλόπιστος, αλλά με την αδιάλλακτη, εταιρική διεκδικητικότητα αδίστακτου μάνατζερ. Τα μοχθηρά λόγια του μητροπολίτη Μεσογαίας περί προστίμων που, αν τυχόν επιβληθούν, θα επιβαρύνουν αποκλειστικά τα φιλόπτωχα ταμεία, ήταν ένας ωμός εκβιασμός προς το κράτος. Μια υπερφίαλη αξίωση εξαιρετισμού, με ομήρους τα πραγματικά θύματα αυτής και κάθε άλλης κρίσης. Πάνω στο ναρκισσιστικό της ντελίριο, η Εκκλησία ξέχασε ότι πρέπει έστω να υποκρίνεται τη φιλάνθρωπη.

Ο χαλαρός γονέας

Δεν μπορεί κανείς παρά να απορήσει με τα κίνητρα της ανοχής του κράτους απέναντι σε ένα θεσμό που από τη μία κόπτεται να αποτελεί αξεδιάλυτο μέρος του (με το αζημίωτο) κι από την άλλη αυτονομείται κατά το δοκούν απαιτώντας προνομιακή μεταχείριση. Είναι άραγε θρησκευτικού τύπου; Μάλλον όχι, αν υποθέσουμε ότι η πιο χριστιανική πράξη εν μέσω υγειονομικής κρίσης είναι η διασφάλιση της υγείας των πιστών και μη, και όχι η έκθεσή τους στον κίνδυνο των συνωστισμών, των χειροφιλημάτων και του ασπασμού εικόνων. Είναι ψηφοθηρικά; Αν είναι, πολύ κακώς είναι. Οχι μόνο επειδή οι πολιτικές το 2020 δεν νοείται να χαράσσονται βάσει μικροπρεπών ωφελιμιστικών τακτικών. Αλλά κι επειδή η Εκκλησία δεν συσπειρώνει πια την εκλογική βάση που κάποιοι ονειρεύονται. Αντιθέτως, είναι ένα σώμα σε καλπάζουσα παρακμή, που ξεγελάει με φωνασκίες και γραφικότητες.

Η αξία της αυστηρότητας

Τα ημίμετρα είναι συχνά καταστροφικότερα από τα ανύπαρκτα μέτρα, γιατί, εκτός από αποτυχία, κομίζουν και μια κοινωνικώς δηλητηριώδη αίσθηση εσκεμμένου σφάλματος. Το φαινόμενο της αναποφάσιστης καραντίνας, που παρατηρείται τελευταία, μοιάζει καταδικασμένο στην αλυσιτέλεια, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ας ελπίσουμε ότι το εμβόλιο θα προλάβει τις επιπτώσεις αυτής της ελαστικότητας.