ΑΠΟΨΕΙΣ

Συγκυριακές και διαχρονικές απορίες

Αν υπήρξε κάτι θετικό σε αυτή τη μαύρη χρονιά του 2020 είναι ο άπλετος χρόνος για παρατηρήσεις και σκέψεις που πρόσφερε η «κλεισούρα» που επέβαλαν ο φόβος και τα μέτρα. Με βασική προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο «έγκλειστος» είχε ή έχει το ενδιαφέρον και τη φυσική δυνατότητα να κάνει παρατηρήσεις και σκέψεις. Ολοι δέχονται ότι ο άνθρωπος είναι «λογικό ον» και αυτή είναι η υπεροχή απέναντι στα υπόλοιπα όντα της πλάσης, αλλά στην πράξη δεν είναι πάντα αυταπόδεικτο. Μπορεί να μη συμβαίνει ούτε καν συχνά στην πραγματικότητα… Οταν όμως συμβαίνει, τις παρατηρήσεις και τις σκέψεις ακολουθούν φυσιολογικά απορίες και, ευτυχώς, η πανέμορφη χώρα μας προσφέρει πολλές δυνατότητες για τη διατύπωσή τους, όχι όμως και αντίστοιχες λύσεις ή απαντήσεις.

Επειτα λοιπόν από αυτή την εισαγωγή, τη γεμάτη… βαθυστόχαστες σκέψεις, η πρώτη απορία που ζητάει απάντηση από τους εξαιρετικούς και σεβαστούς –χωρίς καμία διάθεση ειρωνείας– ειδικούς, όχι από τους πολιτικούς, που αντιμετωπίζουν την COVID-19, είναι πώς και γιατί η Ελλάδα παρουσιάζεται ψηλά σε ποσοστό θανάτων εξαιτίας της σε διάφορους διεθνείς πίνακες. Να εξηγήσουν στην «ψυχοπλακωμένη» κοινή γνώμη γιατί αυτό συμβαίνει, εάν φυσικά όντως συμβαίνει. Φταίει το γεγονός ότι το λεγόμενο δεύτερο κύμα χτύπησε ανελέητα τα γηροκομεία, μήπως οι άνθρωποι που νοσούν φτάνουν με μεγάλη καθυστέρηση στα νοσοκομεία, αλλά και γιατί να συμβαίνει κάτι τέτοιο, ή, πάσχει πολύ σοβαρά η νοσοκομειακή περίθαλψη, κάτι που δεν θέλουμε να πιστέψουμε. Η κατάσταση που βιώνουμε απαιτεί σοβαρές απαντήσεις, για να μην επικρατούν ανεύθυνες εξηγήσεις, μύθοι και δοξασίες!

Η παραπάνω είναι απορία που προκύπτει από τη σημερινή συγκυρία, ωστόσο, υπάρχουν και οι διαχρονικές, στις οποίες υποτίθεται ότι δεν έχουν δοθεί απαντήσεις. Ας πούμε τι σημαίνει «προοδευτικός» στην Ελλάδα και ποιες είναι οι προδιαγραφές του; Τι εννοούν εκείνοι οι οποίοι πιπιλάνε αυτή την καραμέλα στον δημόσιο διάλογο και εμφανίζονται ως εκφραστές της προόδου; Ποια είναι η σχέση του «προοδευτικού» με τον «εκσυγχρονιστή», τον «αποτελεσματικό», τον «κοινωνικά ευαίσθητο» και κατά πόσον η αυτοπροσδιοριζόμενη ελληνική Αριστερά του δημόσιου βίου σήμερα σχετίζεται στο σύνολό της με τους καιρούς και την πρόοδο, όπως θέλει να διατείνεται; Σε εποχή Διαδικτύου και σε μια χώρα όπου ο καθένας είναι ό,τι δηλώνει, είναι μάταιο να αναμένει κάποιος πειστικές απαντήσεις. Υπό αυτήν την έννοια, μάλλον δεν θα βρεθεί ποτέ ποιος είναι και ποιος δεν είναι «προοδευτικός» στη χώρα μας. Εχουμε, άλλωστε, μάθει να ζούμε με αυτή την απορία…

Από την άλλη πλευρά, όχι μία, αλλά πολλές απορίες πηγάζουν συνεχώς από το διαχρονικό πρόβλημα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Είναι αμφίβολο εάν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο που να ασχολείται καθημερινά και αδιάλειπτα με την Παιδεία της. Θα ήταν βεβαίως άξια θαυμασμού εάν η συνεχής δημόσια ενασχόληση αφορούσε τον εμπλουτισμό των πολιτών της με γνώσεις και τη βελτίωση της συμπεριφοράς τους. Ολοι όμως ξέρουν ότι η κουβέντα που γίνεται είναι ανούσια, επειδή, πρώτον, τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της δημόσιας εκπαίδευσης ανήκουν στη λεγόμενη «ελληνική πραγματικότητα» και δεν αλλάζουν, δεύτερον, γιατί όλοι όσοι εμπλέκονται στη δημόσια εκπαίδευση και εκείνοι στους οποίους προσφέρεται βολεύονται με την απερίγραπτη κατάσταση και ούτε θέλουν ούτε πιέζουν να αλλάξει. Αρα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι οι απορίες περί τη δημόσια εκπαίδευση απαντώνται στην πράξη και επομένως παύουν να είναι απορίες. Η κατάσταση, λοιπόν, στην εκπαίδευση θα συνεχίζεται αναλλοίωτη.

Μία ακόμη απορία είναι από πού αντλεί έσοδα αυτό το κράτος. Ολα δείχνουν ότι η εκτεταμένη φοροδιαφυγή ζει και βασιλεύει, η εφαρμογή νέων τεχνολογιών δεν την έχει δαμάσει, και είναι φανερό στους πάντες ότι η περίφημη σπονδυλική στήλη της οικονομίας που απαρτίζεται από τους λεγόμενους «μικρομεσαίους» και τους αυτοαπασχολούμενους στηρίζεται στη φοροδιαφυγή. Ολοι ξέρουν ότι σπανίζουν οι αποδείξεις, ειδικά στον τομέα παροχής υπηρεσιών, όπου το «μαύρο» χρήμα ρέει άφθονο. Αλλωστε, είναι ανύπαρκτα και τα κίνητρα για τον καταναλωτή προκειμένου να απαιτήσει απόδειξη και να πληρώσει την αυξημένη τιμή λόγω ΦΠΑ. «Γλιτώνει» λοιπόν και ο ίδιος μερικά χρήματα, αφού ούτως ή άλλως το κράτος όχι μόνον αδιαφορεί, αλλά και απαλλάσσει με νόμους έναν τεράστιο αριθμό πολιτών από την υποχρέωση να πληρώνουν φόρους. Επομένως και αυτή η απορία έχει ήδη λυθεί…