ΑΠΟΨΕΙΣ

Ετσι, χωρίς σχέδιο

Ολα δείχνουν ότι το φως στην άκρη του τούνελ για την οικονομία θα φανεί το φθινόπωρο, περί τα τέλη του 2021. Αυτό είναι το καλό σενάριο: Η οικονομία να έχει αποκτήσει δυναμική μεγέθυνσης πριν μπει το 2022. Δεν είναι πολύ διαφορετική η κατάσταση στην άλλη Ευρώπη. Δεν είχε γίνει κατανοητό ότι για να σώσεις την οικονομία, πρώτα πρέπει να σώσεις τους ανθρώπους, οι αντιφατικές πολιτικές και, τώρα, οι νέες παραλλαγές ιού, ο βρετανικός και ο ιός της Ν. Αφρικής, ίσως καταστήσουν αναγκαία νέα και πιο αυστηρά lockdowns – αυτό συζητούσαν οι «27» την Πέμπτη, την ίδια ώρα κατά την οποία στη Φρανκφούρτη η κ. Λαγκάρντ και οι συνεργάτες της μιλούσαν για τη νέα ύφεση που ήρθε με τον νέο χρόνο. Κι είναι εδώ.

Οι δυσκολίες είναι μεγαλύτερες σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με μεγάλη εξάρτηση από τις υπηρεσίες παραδοσιακού τύπου και τον τουρισμό. Η ύφεση το 2020 μάλλον θα συγκρατηθεί κάτω από 9%, άλλες οικονομίες θα βυθιστούν περισσότερο. Αλλά αυτό συμβαίνει κι επειδή η ελληνική οικονομία, αντίθετα με τις άλλες ευρωπαϊκές, δεν είχε προλάβει να βγει από την ύφεση, ήταν ήδη χαμηλά όταν κτυπήθηκε από τις συνέπειες της COVID-19. Η πτώση ήταν μικρότερη, διότι είχαμε ήδη πέσει πολύ. Μια δεύτερη κατηγορία δυσκολιών, ειδικά για την Ελλάδα, είναι ότι ένα πολύ σημαντικό τμήμα της οικονομίας της, απαρχαιωμένο, καθυστερημένο, μη βιώσιμο, θα καταρρεύσει στην τρέχουσα κρίση. Σε χρόνο μηδέν.

Σε αυτές τις συνθήκες, σε μια κανονική χώρα, το πολιτικό προσωπικό θα εργαζόταν για να καταρτίσει ένα συνολικό σχέδιο διαχείρισης της κρίσης, σύνδεσης των φάσεων ανακούφισης και ανάκαμψης της οικονομίας, περιορισμού απωλειών και ηττημένων. Τέτοια σχέδια, με τις ιδιομορφίες καθεμιάς, με διαφορετικά μείγματα πολιτικής και διαφοροποιημένες επιμέρους στοχεύσεις και προτεραιότητες καταρτίζουν πολλές χώρες στον κόσμο, με πρώτες τις 20 ισχυρότερες οικονομίες. Στα καθ’ ημάς, το υπουργείο Οικονομικών λαμβάνει μέτρα ανακούφισης της οικονομίας (με μέριμνα να μην αγγίξει τα 32 δισ. «μαξιλάρι»…), παρέχει διευκολύνσεις και ρευστότητα που αποφεύγουν να δώσουν οι τράπεζες. Ωστόσο, συνολικό κυβερνητικό σχέδιο δεν υπάρχει. Υφίσταται ένα σημαντικό κενό πολιτικής.

Αν η χώρα διέθετε μια σοβαρή αντιπολίτευση, αυτή θα έκανε κάτι για να καλυφθεί το κενό, θα πίεζε και θα εργαζόταν σε αυτή την κατεύθυνση. Δυστυχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται σε μια ακραίως αντιφατική πολεμική, αφενός κατηγορεί την κυβέρνηση ότι δεν ξοδεύει αρκετά για να στηρίξει ό,τι κινείται στην επικράτεια και, ταυτόχρονα, την ψέγει ότι ξοδεύοντας έχει δημιουργήσει «τεράστιο έλλειμμα 21,7 δισ. στον προϋπολογισμό» – χωρίς να υποψιάζονται το κωμικό της (ψηφοθηρικής) επιχειρηματολογίας ούτε το τμήμα Οικονομικής Πολιτικής που την παράγει ούτε η πολιτική ηγεσία που την αναπαράγει. Η απουσία ικανής αντιπολίτευσης, μια απουσία που συνιστά ένα γενικότερο και μεγάλο πρόβλημα της χώρας, βαραίνει και σε αυτό το θέμα. Διά ταύτα, σχέδιο μην περιμένετε.