ΑΠΟΨΕΙΣ

Παρά τις μεταλλάξεις, το εμβόλιο είναι μονόδρομος

«Η εμπειρία από τον MERS και τον SARS καθώς και η γνώση της δομής και της συμπεριφοράς των κορωνοϊών δεν μας επιτρέπουν να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι – τόσο για την αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου, ιδιαίτερα σε άτομα ηλικιωμένα και σε όσους ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, όσο και για την ταχύτητα της μαζικής παραγωγής του», ανέφερα, μεταξύ άλλων, σε άρθρο μου στην «Καθημερινή» τον περασμένο Αύγουστο. Τους ίδιους ενδοιασμούς εξέφραζαν ήδη από τότε και κάποιοι άλλοι συνάδελφοι, εντός και εκτός Ελλάδας. Σήμερα, οι φόβοι μας, ώς ένα βαθμό, δυστυχώς επιβεβαιώνονται, αφού οι εμβολιασμοί έχουν ήδη ξεκινήσει, αλλά με σοβαρές καθυστερήσεις, ειδικά στην Ευρώπη, και, από την άλλη, οι συνεχείς μεταλλάξεις του νέου κορωνοϊού προκαλούν εύλογη ανησυχία.

Ο SARS-CoV-2, όμως, δεν αποτελεί εξαίρεση: ακολουθεί την αναμενόμενη συμπεριφορά όλων των εποχικών κορωνοϊών. Μπορεί μεν να μεταλλάσσεται με πιο αργό ρυθμό από τους ιούς της γρίπης, αλλά εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα –όποτε υπάρχει εξελικτική πίεση– μέσω μεταλλάξεων, διαγραφών αμινοξέων και ανασυνδυασμών του γενετικού υλικού του να αυξάνει τη μολυσματικότητά του, αποικίζοντας ολοένα και περισσότερους ξενιστές, στον ανθρώπινο πληθυσμό, αλλά και σε άλλα θηλαστικά.

Μιλάμε τις τελευταίες εβδομάδες για τη βρετανική, τη νοτιοαφρικανική και τη βραζιλιάνικη μετάλλαξη, στην πραγματικότητα όμως έχουμε να κάνουμε με παραλλαγές του ιού, που καθεμιά περιλαμβάνει πολλές μεταλλάξεις – κάποιες ίδιες, κάποιες διαφορετικές. Στην πλειονότητά τους αφορούν την πρωτεΐνη-ακίδα που βρίσκεται στην επιφάνειά του και με την οποία ο ιός συνδέεται με τα κύτταρα του ξενιστή. Οι μεταλλάξεις, μέσω των τροποποιήσεων που προκαλούν στην ακίδα (όπως και εκείνη που καταγράφηκε πολύ νωρίτερα, ήδη από το πρώτο επιδημικό κύμα), αυξάνουν τις πιθανότητες μόλυνσης των αναπνευστικών κυττάρων μας: βοηθούν τον SARS-CoV-2 να αγκιστρώνεται πιο γερά πάνω τους, να περνάει πιο εύκολα στο εσωτερικό τους και να αναπαράγεται πιο γρήγορα.

Το ερώτημα είναι εάν αυτές οι πρόσφατες μεταλλάξεις, σε συνδυασμό με τις διαγραφές που συντελούνται, επηρεάζουν και δομικά την ακίδα του κορωνοϊού σε τέτοιο βαθμό που να μην αναγνωρίζεται επαρκώς από τα εξουδετερωτικά αντισώματα που παράγονται είτε μέσω της φυσικής μόλυνσης –της νόσησης δηλαδή– είτε μετά τον εμβολιασμό ή τη χορήγηση μονοκλωνικών αντισωμάτων. Ετσι, αν κάποιος έχει ήδη μολυνθεί, θα είναι πιθανή η επαναμόλυνσή του με μεταλλαγμένο στέλεχος του ιού; Επίσης, θα επηρεαστεί η αποτελεσματικότητα των εμβολίων ή των μονοκλωνικών αντισωμάτων και πόσο;

Επιστημονικά, και τα δύο είναι πιθανά, αλλά ας μην πανικοβαλλόμαστε. Ας δούμε το αισιόδοξο σενάριο: μπορεί σε βάθος χρόνου τα εξουδετερωτικά αντισώματα που θα έχουμε αναπτύξει να μην είναι μεν απολύτως ικανά να αναγνωρίσουν τα μεταλλαγμένα στελέχη του κορωνοϊού που θα προκύπτουν, αλλά τα Β και Τ λεμφοκύτταρα μνήμης του ανοσοποιητικού μας συστήματος φαίνεται ότι έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στο να είναι ηπιότερης μορφής οι επαναμολύνσεις. Κάτι τέτοιο άλλωστε έχει συμβεί, διαχρονικά, και με τους εποχικούς κορωνοϊούς, οι οποίοι, λόγω της συνεχούς έκθεσής μας σε αυτούς, συχνά μεν προκαλούν αναπνευστικές λοιμώξεις, αλλά αυτές παραμένουν ήπιες.

Σε ό,τι αφορά τα εμβόλια, το εμβολιαστικό πρόγραμμα πρέπει να συνεχιστεί και να επιταχυνθεί, γιατί ο αργός και ασύγχρονος ρυθμός εμβολιασμών, που δεν δημιουργεί το αναγκαίο ανοσιακό τείχος, μπορεί να συντελέσει στην ταχύτερη εμφάνιση μεταλλάξεων διαφυγής του ιού. Αλλά και πάλι, δεν θα είμαστε άοπλοι απέναντί τους. Οι σύγχρονες τεχνολογίες διασφαλίζουν την ταχεία αναπροσαρμογή των εμβολίων σε τέτοιες περιπτώσεις. Επιπλέον, τα νέας γενιάς mRNA εμβόλια, που αναμένονται μέσα στη χρονιά, θα μπορούν να παράγονται σε μεγάλες ποσότητες με χαμηλό κόστος, θα διατηρούνται σε συνθήκες απλής ψύξης και θα χορηγούνται μόνο σε μία δόση, αφού, για να το πούμε απλά, θα μετατρέπουν τα κύτταρά μας σε «εργοστάσια» διαρκούς παραγωγής της πρωτεΐνης-ακίδας, η οποία θα μας προστατεύει από τον ιό. Στο μεταξύ, είναι απαραίτητο οι μεγάλες εταιρείες βιοτεχνολογίας, σε συνεργασία με τις φαρμακευτικές εταιρείες, να επενδύσουν στην ανάπτυξη και θεραπευτικών παρεμβάσεων: η έγκαιρη χορήγηση αποτελεσματικών φαρμακευτικών σχημάτων θα αποτρέπει σοβαρές επιπλοκές – αυτό είναι, άλλωστε, το ζητούμενο για την άμεση διαχείριση της πανδημίας.
 
* Ο κ. Αθανάσιος Τσακρής είναι καθηγητής Μικροβιολογίας, διευθυντής Εργαστηρίου Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής, αντιπρύτανης του ΕΚΠΑ.