ΑΠΟΨΕΙΣ

Αργεί η επόμενη μέρα

Εδώ είμαστε. Αν θυμάστε, η Ευρώπη εισήλθε στην COVID-19 παρακολουθώντας άπραγη τις ΜΕΘ της Ιταλίας να υπερχειλίζουν, ενώ οι γείτονές της έσπευδαν να την απομονώσουν, κρατώντας τα υγειονομικά εφόδια για τον εαυτό τους. Η πανδημία ξεκίνησε διαιρώντας την Ευρώπη, για να την ενώσει λίγο αργότερα, ενεργοποιώντας το ένστικτο συλλογικής επιβίωσης που αναβιώνει στις μεγάλες χώρες όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με υπαρξιακές για την Ε.Ε. απειλές.

Συνέβαλε ο φόβος διάσπασης της ενιαίας αγοράς και ρήγματος Βορρά – Νότου, καθώς οι μεσογειακές οικονομίες έμπαιναν στη νέα δοκιμασία αδύναμες από την προηγούμενη κρίση και εκτεθειμένες στο πλήγμα του τουρισμού. Συνέβαλε επίσης ο φόβος «να χαθεί η Ιταλία» και η απειλή περιθωριοποίησης της Ευρώπης σε έναν κόσμο αυταρχικών εθνικισμών, υπό τις ευλογίες τού τότε ενοίκου του Λευκού Οίκου και μετέπειτα πραξικοπηματία Τραμπ.

Ετσι οι βόρειες οικονομίες μετακινήθηκαν, οδηγούμενες από τη Γερμανία, και ενεργοποίησαν ένα πρωτοφανές πακέτο ανάκαμψης προς τον πληττόμενο Νότο. Περίπου 12% του ΑΕΠ της περιφέρειας καλύπτει το συνολικό πακέτο (Next Generation EU), με την Ελλάδα κοντά στο 17%. H Eυρωπαϊκή Επιτροπή έσπευσε να μετατρέψει τα αρχικά εθνικιστικά αντανακλαστικά σε άλμα δημοσιονομικής και υγειονομικής αλληλεγγύης. Εσπευσε να εξασφαλίσει ασφαλέστερους όρους και χαμηλές τιμές εμβολίων για όλους, λειτουργώντας ως υπερασπιστής των αδύναμων κρατών-μελών, ενάντια στον τραμπικό εθνικισμό των εμβολίων. Χώρες όπως η Ελλάδα απέκτησαν πρόσβαση στην πρώτη γραμμή παραγωγής εμβολίων, σε χαμηλότερες τιμές, που δεν θα είχαν έξω από την ισχυρή «ομπρέλα» μιας Ε.Ε. 500 εκατ. πολιτών.

Η προσέγγιση αυτή δεν ήταν χωρίς ρίσκο και απώλειες. Εάν είχαν αφεθεί οι μεγάλες χώρες μόνες να διαπραγματευθούν, θα είχαν λάβει μεγαλύτερο μερίδιο εμβολίων για τον εαυτό τους. Οι τέσσερις μεγάλοι (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία) θα έτρεχαν πιο γρήγορα από τους «27» μαζί. Αυτή την κριτική δέχεται σήμερα η Κομισιόν από τις μεγαλύτερες χώρες. Προστέθηκαν οι απρόβλεπτες δυσμενείς εξελίξεις στην παραγωγή εμβολίων. Η Ε.Ε. έχασε ένα μέρος από το έδαφος που είχε αρχικά κερδίσει.

Μόνο 2% του πληθυσμού της Ε.Ε. έχει εμβολιαστεί, έναντι 11% στη Βρετανία και 7% στις ΗΠΑ. Η καθυστέρηση των εμβολιασμών παρατείνει τα lockdowns, αυξάνοντας την πιθανότητα να χαθεί και η δεύτερη θερινή περίοδος, με βαριές επιπτώσεις για τις χώρες τουριστικού εισοδήματος. Παράλληλα, οι εκταμιεύσεις από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης δεν θα έχουν αρχίσει πριν από το δεύτερο μισό του 2021.

Η ηθική ανωτερότητα της ευρωπαϊκής προσέγγισης προσκρούει πλέον στη στυγνή πραγματικότητα των ελλείψεων, που οδηγούν σε μηδενικού αθροίσματος διανεμητικές συγκρούσεις. Οι περιορισμένοι πόροι και το τεράστιο διακύβευμα, σε ανθρώπινες ζωές, μετατρέπουν την ευγενή άσκηση ευρωπαϊκής ενότητας σε κυνικό άθλημα χομπσιανής επιβίωσης: «ο καθένας για τον εαυτό του». Είναι ένα παίγνιο ασύμβατο με τη λογική της Ενωσης, που μεγαλουργεί αναδεικνύοντας εκβάσεις θετικού αθροίσματος, αμοιβαίων ωφελειών και εκφυλίζεται σε διαγκωνισμό εθνικών εγωισμών όταν όλοι διεκδικούν το μεγαλύτερο κομμάτι από μια συρρικνούμενη πίτα.

Η παράταση των περιοριστικών μέτρων διευρύνει το οικονομικό κόστος, τροφοδοτώντας κοινωνικές εντάσεις. Η ανάδυση των οργισμένων άκρων θυμίζει τους εισβολείς στο Καπιτώλιο. Η Ολλανδία βιώνει έξαρση αντισυστημικής βίας, ενώ στη Γερμανία, παρά την πολιτική σταθερότητα, παρατηρείται η μεγαλύτερη συγκέντρωση συνωμοσιολόγων, που πρόσφατα επιχείρησαν να εισβάλουν στο γερμανικό κοινοβούλιο, με τη βοήθεια του ακροδεξιού AfD. Η μεγαλύτερη επικείμενη πολιτική πρόκληση αφορά τη Γαλλία, με παράδοση των άκρων και μια Λεπέν που δημοσκοπικά έπεται οριακά του προέδρου Μακρόν για τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2022.

Η κληρονομιά της κρίσης θα εξαρτηθεί από τη διάρκειά της. Ηδη τα δημοσιονομικά μέτρα έχουν αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη εκτίναξη της ανεργίας, αλλά δεν αποκλείεται στην Ε.Ε. να πρέπει να συμπληρωθούν με επιπλέον τόνωση. Στο ευνοϊκό σενάριο, το υπέρογκο αυριανό δημόσιο χρέος θα αντιμετωπιστεί με μακρά περίοδο μηδενικών επιτοκίων και νομισματικού ακτιβισμού από την ΕΚΤ και το σωρευμένο ιδιωτικό χρέος με αναδιαρθρώσεις, αλλά η ανάκαμψη θα είναι δυναμική, οδηγούμενη από μια έκρηξη κατανάλωσης. Στο δυσμενές σενάριο, πλήθη κατεστραμμένων επιχειρήσεων και εταιρειών-ζόμπι θα κρατούν τις οικονομίες παγιδευμένες στη στασιμότητα, ενώ η «γενιά Covid» θα κουβαλάει το βάρος του μειωμένου της ανθρώπινου κεφαλαίου.

Δεν είναι επομένως βέβαιο ότι η επομένη της πανδημίας θα σημάνει μια νέα «roaring ’20s». Αλλωστε κι η ξέφρενη δεκαετία του 1920 δεν είχε ακριβώς την ευτυχέστερη κατάληξη…
 
* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.