ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ

Ωδή στον κοσμοπολιτισμό

Ωδή στον κοσμοπολιτισμό

Λίγο το Brexit, λίγο η πανδημία έχω αρχίσει να αναπολώ τα ανοιχτά σύνορα, τις φιλόξενες πόλεις και την αβίαστη μετακίνηση. Το ρήμα λαχταρώ σκιαγραφεί εγκυρότερα το πόσο μου έχει λείψει η ελευθερία των ταξιδιών. Η ιδέα ότι ανά πάσα στιγμή παίρνω την τσάντα και το παλτό μου, κατευθύνομαι στον σιδηροδρομικό σταθμό του St Pancras, κοιτώ το ρολόι μου, ναι, προλαβαίνω το τρένο των 9.20, βγάζω εισιτήριο, ξοδεύω ένα ευγενικό λεπτό στον αγγλικό έλεγχο διαβατηρίων, και άλλο ένα στην ίδια διαδικασία σε παραλλαγή –με αρπαγή του εγγράφου με συνοδεία ακατανόητου μουγκρητού– από τον Γάλλο ελεγκτή, επιβίβαση για αποβίβαση στις 12.40 στον Gard du Nord, προλαβαίνω, μια δύσκολη μέρα με περιμένει που δεν περιλαμβάνει καμία υποχρέωση. «Γιατί πουθενά αλλού δεν μπορεί κανείς να νιώσει τόσο έντονα την αφελή και συνάμα τόσο σοφή ξεγνοιασιά, παρά στο Παρίσι», ενώ το Λονδίνο «αποβάλλει δυναμικά σαν ένα ξένο σώμα τον τεμπέλη, τον απλό παρατηρητή» ακριβώς έτσι, όπως τα γράφει ο Στέφαν Τσβάιχ στο βιβλίο «Ο κόσμος του χθες – αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου», εκδ. Printa.

Μου αρέσουν οι πόλεις, η μυρωδιά τους, το χάος τους, η προοπτική των διαδρομών που δεν έχω πάρει, οι γνώριμες κατευθύνσεις που έχω απορρίψει, οι αυλές που κρυφοκοιτάω και οι βαριές πόρτες που θέλω να σπρώξω. Με ελκύουν κυρίως γιατί εκεί μαζεύεται κόσμος. Τα αρνητικά τού να ζεις σε μια τεράστια πόλη σαν το Λονδίνο –βροχή, ακρίβεια, χρονοβόρες μετακινήσεις, ρύπανση– αντισταθμίζονται με τα θετικά, πέρα από τη γειτνίαση με το Παρίσι, σκοντάφτεις πάνω στην ενέργεια και τη ζωντάνια των ανθρώπων και των ιδεών τους –ρηχών και δημιουργικών–, σε συναυλίες, εκθέσεις, θέατρα, όπερα. Οι εικοσιτετράωρες δημόσιες συγκοινωνίες σε φέρνουν κοντά σε καθιστικές πληκτικές συζητήσεις ή σε βρίσκουν όρθιο να στήνεις αυτί στις συναρπαστικές κουβέντες τρίτων. Καταλαβαίνετε, όλα αυτά είναι πόλη. Αλλά πόλη πλέον σημαίνει κόσμος, τουτέστιν συνωστισμός, ήτοι αρρώστια.

Ο Τσβάιχ γεννήθηκε το 1881, αστύφιλος και κοσμοπολίτης ταξιδιώτης χωρίς διαβατήριο την εποχή εκείνη με συνοδεύει στον γύρο της Ευρώπης των αρχών του 20ού αιώνα. Συστήνει τη γενέτειρά του, τη Βιέννη των Αψβούργων όπου «όποιος ζούσε εκεί μαζί με τον αέρα της ανέπνεε και τον ρυθμό της, όποιος δημιουργούσε εκεί, ένιωθε απελευθερωμένος από κάθε στενομυαλιά και προκατάληψη. Προικισμένη με ένα ιδιαίτερο πνεύμα δεκτικότητας, η πόλη αυτή προσείλκυε τις πιο ανόμοιες δυνάμεις, τις ηρεμούσε, τις χαλάρωνε, τις κατεύναζε». Αντίθετα, «στο Βερολίνο ήταν αποτυπωμένη η τσιγκουνιά. Ο καφές ελαφρύς και άγευστος, τα φαγητά άνοστα και νερόβραστα και η καθαριότητα και η αυστηρή τάξη κυριαρχούσαν παντού. Επρεπε πρώτα να έχεις γνωρίσει το Βερολίνο για να αγαπήσεις πραγματικά το Παρίσι, έπρεπε να έχεις ζήσει την οικειοθελή σκλαβιά του γερμανικού κράτους με την άκρως τετραγωνισμένη και αυστηρότατα προκαθορισμένη ταξική συνείδηση». 

Οι πόλεις είναι κλειστές, οι μάσκες κρύβουν και διατυμπανίζουν την ευαλωτότητά μας, η Ευρώπη είναι πυκνοκατοικημένη, η πανδημία γίνεται μεταδοτικότερη, ενώ τα σύνορα παραμένουν πορώδη. Η Αγγλία βρίσκεται εκτός Σένγκεν και διαπληκτίζεται για το ποιος θα συντηρεί το Eurostar, που με τη μορφή προαστιακού τρένου ένωνε 15 φορές ημερησίως, αλλά, πλέον, εκτελεί μια διαδρομή καθημερινά διανύοντας τη συμβολική απόσταση που τους χωρίζει.

«Σήμερα, ξέρουμε μια για πάντα πως εκείνος ο κόσμος της ασφάλειας ήταν ένα παραμυθένιο κάστρο», συνεχίζει ο Τσβάιχ. Κάποιοι προσβλέπουν στο ξεφάντωμα του 1920, αλλά το πάθος τότε συνοδευόταν από νομισματικές διακυμάνσεις, πληθωρισμό και κατανάλωση. Ποιος πραγματικά θέλει αυτήν την απατηλή ψευδαίσθηση σιγουριάς και ανάπαυλας που προπορεύθηκε της σκοτεινότερης δεκαετίας με τις βομβαρδισμένες πόλεις; Μου αρκούν η ένταση και η προσωρινότητα των αυθόρμητων ταξιδιών. Θα κρατάμε πάλι τα χρησιμοποιημένα διαβατήριά μας και τα νέα τους μπλε έγγραφα οι Αγγλοι και όλοι ένα επιπλέον που θα πιστοποιεί τον εμβολιασμό που θα είναι παρελθόν.

Πάντα θα μας προσελκύουν τα φώτα της μεγάλης πόλης, μας δελεάζουν σαν τα ανοιχτά ενδεχόμενα που είναι έμπλεα ελπίδας τόσο απαραίτητης έστω κι αν συχνά ακυρώνεται. Αξίζει η εικόνα του να τριγυρνάς άστοχα στην πόλη ένα ζεστό απόγευμα του Μαΐου με το φως να λάμπει ασημένιο στον Σηκουάνα και τα δένδρα των βουλεβάρτων να πετούν πράσινο φύλλωμα. Εάν αυτή η σκηνή χρειάζεται για να αντεπεξέλθουμε της πραγματικότητας, το τίμημα μιας ματαιωμένης προσδοκίας δεν είναι μεγάλο. «Μόνο στο Παρίσι, σε κανένα άλλο μέρος δεν μπορούσε κανείς να νιώσει με όλες του τις αισθήσεις να δένει η νιότη τόσο αρμονικά με το περιβάλλον, όσο σε αυτή την πόλη που δίνεται στον καθένα, κι όμως κανείς δεν καταφέρνει να την καταλάβει εντελώς».
 
* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.