ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευημερία ή άμυνα;

Σπάνια όσοι ζουν στο σήμερα μπορούν να αντιληφθούν τη ζωή τους σε ιστορικό χρόνο. Η συνήθεια, οι επιθυμίες, οι στόχοι, οι φιλοδοξίες ενός ανθρώπου διαμορφώνονται μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον με νόρμες, αντιλήψεις και θεωρήσεις δεκαετιών. Τα χρόνια της λιτότητας έφεραν στην επιφάνεια ένα σχεδόν αρχαϊκό δίπολο («μνημόνιο – αντιμνημόνιο»), το οποίο ορισμένοι επιχείρησαν να εξελίξουν στη συνέχεια σε «Αριστερά – Δεξιά», με όρους εξίσου διχαστικούς, σαν η χώρα να διανύει ακόμα τη δεκαετία του ’50. Στην πραγματικότητα η συζήτηση αυτή είναι αποπροσανατολιστική, αναπαράγει απόψεις που «παίζουν» εύκολα στα κοινωνικά δίκτυα και στα τηλεοπτικά παράθυρα και, εντέλει, κρύβει την αλήθεια. Η μεγάλη εικόνα είναι ότι οι δυτικές κοινωνίες έχουν φθάσει σε ένα σημείο να μπορούν να συζητούν πια όχι μόνο για την ευημερία της πλειονότητας, αλλά και για την καλύτερη ζωή, την υπερκέραση ταμπού και το δικαίωμα στην ατομική έκφραση του ατόμου ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επιλογή. Αν έχει αποτελέσματα αυτή η διαδικασία, και σε τι βαθμό, είναι μια άλλη συζήτηση.

Η Ευρώπη συμπεριφέρεται ωστόσο σαν νησί. Αυτές οι ίδιες συζητήσεις διεξάγονται και στην περιφέρεια της Ευρώπης, με ένα σημαντικό πρόσθετο στοιχείο. Οτι οι κοινωνίες της περιφέρειας δεν έχουν επιλύσει τα βασικά, η ελευθερία δεν είναι δεδομένη. Εν ολίγοις απουσιάζει το ψωμί, ως εκ τούτου η κουβέντα για το αποκαλούμενο «wellness», δηλαδή την ευεξία, πάει περίπατο. Οι ίδιες κοινωνίες είναι ποικιλοτρόπως δυναμικές, όχι μόνο λόγω της δημογραφίας, αλλά και των ριζοσπαστικών κινημάτων που προκύπτουν στο εσωτερικό τους. 

Στη σκέψη πολλών, η προσπάθεια της Ευρώπης να κρατήσει σταθερά το τιμόνι με σκοπό την ευημερία των πολιτών της βρίσκεται σε αντίθεση με τις απειλές που την περικυκλώνουν, ολοένα και πιο απειλητικά. Μια τέτοια συζήτηση είναι αντιπαραγωγική. Δεν μπορεί εβδομήντα πέντε χρόνια ιστορικής εξέλιξης να μπουν στον «πάγο» (μαζί με τη δημοκρατία βέβαια) λόγω κάποιας απειλής. Οφείλει, όμως, η Ευρώπη και κυρίως οι μεγαλύτερες χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία) να αντιληφθούν την Ε.Ε. ως ένα εργαλείο που τις φέρνει πιο κοντά για να αντιμετωπίσουν αυτόν τον κόσμο που αλλάζει. 

Για να γίνει αυτή η συζήτηση ουσιαστικά, απαιτούνται ουσιαστικές συγκλίσεις. Και για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, πρέπει οι ίδιοι οι πληθυσμοί της Ευρώπης να ενθαρρυνθούν να λάβουν μέρος σε αυτή τη συζήτηση. Διότι δίχως εξωτερική άμυνα, και η ευημερία τους θα πάψει να είναι δεδομένη.