ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Σύριλ Μάνγκο, ένας πρωτοπόρος της Βυζαντινολογίας

Σύριλ Μάνγκο, ένας πρωτοπόρος της Βυζαντινολογίας

H εκδημία του Σύριλ Μάνγκο (Cyril Mango) την 8η Φεβρουαρίου 2021, ύστερα από πολύχρονη δοκιμασία της υγείας του, σήμανε την απώλεια μιας διακεκριμένης προσωπικότητας στον χώρο των βυζαντινών σπουδών και μαζί ένα fin-de-siècle στην ιστορία τους. Το επιβλητικό «παρών» που έδωσε ο γεννημένος το 1928 Μάνγκο επί έξι και πλέον δεκαετίες στην εξερεύνηση του πολυποίκιλου βυζαντινού κόσμου καθιστά το όνομά του ανεξίτηλο στον χώρο μιας επιστήμης που σήμερα βιώνει την οικουμενική αναγνώριση. Κανείς σοβαρός βυζαντινολόγος σήμερα, σε όποιο επιμέρους αντικείμενο και να θέλει να εντρυφήσει, δεν μπορεί να μη συναντηθεί με το έργο του, δεν μπορεί αβασάνιστα να το προσπεράσει.   

Η γέννηση και η ανατροφή του στην Κωνσταντινούπολη, η απώτερη καταγωγή της οικογενείας του από τους Γενοβέζους της Χίου (την οποία εγκατέλειψαν με την καταστροφή του 1822!), η θαυμαστή γλωσσομάθεια και τα εν γένει καλλιτεχνικά του ενδιαφέροντα προίκισαν τον Σύριλ Μάνγκο με όλα εκείνα τα εφόδια που θα τον αναδείκνυαν σε ιδανικό μελετητή του Βυζαντίου. Η μακρόχρονη επιστημονική του πορεία, που ξανοίχτηκε σε πληθώρα γνωστικών πεδίων και τον οδήγησε σε εύρος θεωρήσεων και προβληματισμών, δεν διέψευσε στο ελάχιστο τις προσδοκίες που κλώθοντας συνύφανε η προνομιακή αυτή μοίρα. Αλλοτε αθόρυβα, άλλοτε ηχηρά, ο Μάνγκο θα υπερασπιστεί με το έργο του ένα Βυζάντιο «ανοιχτό» που έφτανε από τα όρια της Μεσοποταμίας και της Νουβίας μέχρι τη Ραβέννα και τη Σικελία, αναλυόταν σε διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες, καταμεριζόταν σε ποικίλα αντικείμενα μελέτης και ήταν επιδεκτικό σε νέες αναθεωρητικές ερμηνείες. Ως ερευνητής ο Μάνγκο δεν καταπιάστηκε μόνο με ό,τι το μεγαλειώδες και το εντυπωσιακό, ενδιαφέρθηκε και για το ασήμαντο και ταπεινό. Ο ίδιος αναδείκνυε τους θησαυρούς της Αγίας Σοφίας, ο ίδιος –δεν ήταν ακόμα 22 ετών– εξέταζε στο πρώτο του δημοσίευμα (1950) τις σφραγίδες των βυζαντινών πλίνθων. 

Η πολύπλευρη αυτή αφιέρωσή του σε ό,τι το βυζαντινό κατέστη εξαρχής πρόδηλη με τη δημοσίευση των δύο πρώτων βιβλίων του τη δεκαετία του 1950. Με το υπόβαθρο των κλασικών σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Saint Andrews στη Σκωτία και της θητείας του στα σεμινάρια της Σορβόννης του Ροντόλφ Γκιλάν (Rodolphe Guilland), ο Μάνγκο ήταν σε θέση να μας παραδώσει μια αγγλική μετάφραση με σχόλια των Ομιλιών του Πατριάρχη Φωτίου και μια πρότυπη μονογραφία για τη Χαλκή Πύλη του Μεγάλου Παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Θα ακολουθήσουν βιβλία για την Αγία Σοφία, τη βυζαντινή αρχιτεκτονική, την τέχνη της Κωνσταντινούπολης, μνημεία, πόλεις και χωριά της Μικράς Ασίας, της Κύπρου, της Συρίας. Αλλά και εκδόσεις και μεταφράσεις βυζαντινών ιστορικών και λογίων. Και μαζί πάμπολλες μικρές μελέτες. 

Παρά το μοίρασμα σε διαφορετικά ερευνητικά πεδία, στη συνείδηση των συναδέλφων του ο Μάνγκο ήταν πρωτίστως ο αρχαιολόγος που τον έθελγε η επιτόπια μελέτη κτισμάτων και η ανίχνευση λειψάνων του βυζαντινού παρελθόντος, είτε επρόκειτο για τους ναούς και τις μονές της Βασιλεύουσας είτε για κτίσματα και μνημεία της επαρχίας. Για εκείνον η πραγματική ζωή των Βυζαντινών, αυτό που η ρητορικά επιτηδευμένη φωνή των κειμένων τους μπορούσε είτε να παρασιωπήσει είτε να παραχαράξει, αποτυπωνόταν πιο ξεκάθαρα στα απτά τεκμήρια του υλικού πολιτισμού τους. 

Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία ήταν σύστοιχη με την επιστημοσύνη και τον κοσμοπολιτισμό του. Με ενδιάμεσο σταθμό την έδρα Κοραή στο King’s College του Λονδίνου, θα θητεύσει δύο φορές στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στο περίφημο Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών του Dumbarton Oaks. Θα ριζώσει οριστικά στον άλλο Βόσπορο, την Οξφόρδη, ως καθηγητής στην έδρα Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας (1973). Με την ιδιότητα αυτή ο Μάνγκο, χαρακτήρας γενικά εσωστρεφής και κοινωνικά απόμακρος, θα συγκεντρώσει σιγά σιγά γύρω του αλλεπάλληλους κύκλους μαθητών που θα τους καθοδηγήσει υποδειγματικά με τις γνώσεις και τις καίριες υποδείξεις του. Ηδη πριν από τη συνταξιοδότησή του το 1995, η Οξφόρδη θα αναδειχθεί σε κέντρο των βυζαντινών σπουδών. Η πρώτη φουρνιά μαθητών θα του αφιερώσει τιμητικό τόμο με τον δίσημο τίτλο «Βόσπορος». Θα ακολουθήσει ένας δεύτερος με τον ενδεικτικό τίτλο «Αετός», που θα του χαρίσουν οι επιφανείς ομότεχνοί του. 

Στο προλόγισμα του τόμου αυτού, ο φίλος του, Ιχόρ Σεβτσένκο, μας εκμυστηρεύεται ότι μαζί εφηύραν τον όρο byzantinologie totale, ολική βυζαντινολογία. Πέρα από τη συνολική ευρεία θεώρηση του Βυζαντίου μέσα από την τριβή με σχεδόν όλα τα επιμέρους γνωστικά πεδία, ο όρος δηλώνει κυρίως την εις βάθος έρευνα της νοοτροπίας των Βυζαντινών είτε στο επίπεδο της κοινωνικής αφρόκρεμας (δηλ. της ελίτ) είτε στο επίπεδο του απλού λαού. Στο έργο του ο Μάνγκο δεν αναδιφούσε απλώς το παρελθόν για την αξία και μόνο του ευρήματος και τη συσσώρευση ερευνητικού υλικού. Εθετε ερωτήματα και πρότεινε ερμηνείες. Με τον λαγαρό στη διατύπωση λόγο του και τη δεινότητα να συνδυάζει ετερόκλητες πηγές και τεκμήρια, κατάφερνε σχεδόν πάντα να ταράξει τα επιστημονικά παραδεδομένα και όχι λίγες φορές να γεννήσει αντιδράσεις. Απέναντι σε αυτές παρέμεινε, πλην εξαιρέσεων, ακλόνητος, ένας κόσμος μόνος του. 

Αυτό που υπερασπιζόταν ο Μάνγκο ήταν η διακριτή πολιτισμική ταυτότητα της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, που μέσα στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας (4ος-7ος αι.) σμίλεψε τη δική της κοσμοαντίληψη και διαμόρφωσε αισθητικές αξίες σε αντιδιαστολή εκείνων που κυριάρχησαν αφενός στον κόσμο της αρχαιότητας, αφετέρου στον νεότερο δυτικό κόσμο που ήταν παιδί του Διαφωτισμού. Η στάση αυτή πρόβαλλε ως το διαλεκτικό αντίβαρο μιας δεδομένης αντίληψης η οποία, προσπαθώντας να καταξιώσει το Βυζάντιο, έφτανε στην υπερβολή και στην άκριτη εξιδανίκευση. 
Σήμερα που η σπουδή του Βυζαντίου έχει φουσκώσει τα πανιά και στις πέντε ηπείρους θεραπεύουμε μια Βυζαντινολογία της εξειδίκευσης, αρκετά διαφορετική από την ενιαία εκείνη που καταρχήν πρέσβευε ο Μάνγκο. Εκτιμούμε περισσότερο τη βυζαντινή λογοτεχνία, προσπαθούμε να ανακαλύψουμε στενότερους δεσμούς με τη μεσαιωνική Δύση και τον κόσμο της Ανατολής, δεν αντιμετωπίζουμε τις κρίσεις και τις ρήξεις με το παρελθόν με τα εμφατικά μέτρα του δίπολου συνέχειας και ασυνέχειας. Ωστόσο η ματιά του θα μας παραμείνει ζωντανή, πολύτιμη και μαζί μοναδική για μας. Το βιβλίο για τη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη που δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο και ήταν κράμα γνώσης και μνήμης δεν θα μπορούσε κανείς άλλος να το γράψει.

Στη διαθήκη του ζήτησε η εξόδιος ακολουθία του να τελεστεί όπως ορίζει το ορθόδοξο τυπικό. Παντοτινός Κωνσταντινουπολίτης δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να ξεχάσει τη βυζαντινή ρίζα του!

* O κ. Στέφανος Ευθυμιάδης είναι καθηγητής στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.