ΑΠΟΨΕΙΣ

Τραβώντας τους ήρωες από τα μαλλιά

«Είναι αδύνατον πλέον να αντιμετωπίζουμε αυτό τον χαρακτήρα με ρομαντικό τρόπο. Κατά τη γνώμη μου, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι αποδεκτός στην εποχή μας. Είναι και βιαστής και εκβιαστής, που καταχράται τη δύναμή του επειδή είναι αριστοκράτης, είναι πλούσιος και έχει θέση ισχύος στην κοινωνία: βλέπουμε την οικτρή συναισθηματική καταπίεση που ασκεί στην Ντόνα Ελβίρα, την απόπειρα σεξουαλικής βίας προς την Ντόνα Αννα και τον κυνικό σεξουαλικό και κοινωνικό εκβιασμό της Τσερλίνα. Δυστυχώς βλέπουμε πολλές περιπτώσεις τέτοιας συμπεριφοράς στην εποχή μας, ανθρώπους όπως ο Χάρβεϊ Ουάινσταϊν και πολλοί άλλοι με πολλά χρήματα και μεγάλη επιρροή που καθιστά τόσο κόσμο –γυναίκες αλλά και νέα αγόρια– θύματά τους επειδή εξαρτώνται από αυτούς για τη δουλειά τους».

Ο Ντον Τζοβάνι του Μότσαρτ έρχεται με φόρα από τον 18ο αιώνα και προσκρούει στον 21ο. Η σύγκρουση με το κίνημα #MeToo είναι μετωπική. Ο διάσημος Βέλγος σκηνοθέτης Ιβο βαν Χόβε δηλώνει («Κ» 14/2) ότι διαφωνεί ριζικά με κάθε προσπάθεια εξιδανίκευσης του σκοτεινού, εμμονικού, αυτοκαταστροφικού αλλά και ευφυούς και τολμηρού ήρωα του Μότσαρτ.  

Παρακολουθώντας online την παράσταση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (μια εντυπωσιακή παραγωγή/συμπαραγωγή με την Οπερα του Γκέτεμποργκ και τη Βασιλή Οπερα της Δανίας), το ερώτημα ανακύπτει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια: να συνταχθούμε με την άποψη του Βαν Χόβε ή να αφήσουμε τον Ντον Τζοβάνι να «ζήσει» μέσα στα συμφραζόμενα της εποχής του, με τις ανατάσεις, τις κτηνωδίες, τον οίστρο και τις βαρβαρότητές της, ανάμεσα στους ευγενείς και στους έκλυτους;

Αν, όμως, αρχίσουμε να παίρνουμε προσωπικά, μυθιστορηματικούς, κινηματογραφικούς, λογοτεχνικούς ή άλλους ήρωες, δηλαδή να τους τραβάμε από τα μαλλιά και να τους υποχρεώνουμε να διακτινίζονται στα ιδεολογικά, αισθητικά, πολιτισμικά συστήματα άλλων αιώνων ή εποχών, τότε μάλλον κάτι γελοίο και, την ίδια στιγμή, βαθιά τιμωρητικό απειλεί τη σχέση μας με την τέχνη. Δεν πρόκειται ούτε για αποδόμηση ούτε για απομυθοποίηση. Αλλά για μια μορφή λογοκρισίας, χωρίς να υπάρχει, εκ των πραγμάτων, η δυνατότητα στους εμπνευστές των προσώπων (συγγραφείς και δημιουργούς) να απαντήσουν στις σύγχρονες διαπιστώσεις ή αιτιάσεις. Με την «ασφάλεια» της χρονικής απόστασης, λοιπόν, προσδίδουμε ιδιότητες και προθέσεις που είχαν ή δεν είχαν, που επιθυμούσαν ή όχι, που βάραιναν ή όχι στον αξιακό κώδικα της εποχής τους. Αν αναλογιστούμε τι συμβαίνει τον τελευταίο καιρό στην ελληνική επικράτεια, πώς θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να επιβιώσουν τραγούδια και στίχοι όπως «Ο άνθρωπός μου» του Μενέλαου Θεοφανίδη (στίχοι Τραϊφόρος – Βασιλειάδης), που απέδιδε μοναδικά η Σοφία Βέμπο; Ποιος θα τραγουδούσε ανέμελα πια και χωρίς συνέπειες «…και με βαριέται/ και μ’ άλλες πάει/ και μου τα παίρνει/ και με χτυπάει/ γιατί;» με ρεφρέν «μα τον λατρεύω/ κι είναι το φως μου/ γιατί είναι βλέπεις/ ο άνθρωπός μου». 

Θα πρέπει άραγε να επεμβαίνει μια «αστυνομία της μνήμης», όπως συμβαίνει στο τελευταίο βιβλίο της Γιαπωνέζας συγγραφέως Γιόκο Ογκάουα, και να εξαφανίζεται κάθε τόσο από την καθημερινότητα μια λέξη μαζί με ό,τι εκείνη σήμαινε; Και οι παραβάτες να τιμωρούνται; Σε αντιδιαστολή με τον Ιβο βαν Χόβε, ο Βρετανός σκηνοθέτης Τζον Φούλτζεϊμς, του «Ντον Τζοβάνι» της ΕΛΣ, δίνει μια άλλη ερμηνεία στην όπερα: «Ο θάνατος διατρέχει ως ατμόσφαιρα τον Ντον Τζοβάνι – το προφανές είναι ότι ο διοικητής πεθαίνει, αλλά και η Ντόνα Αννα σκέφτεται να αφαιρέσει τη ζωή της, ο Ντον Οτάβιο λέει ότι είναι πρόθυμος να θυσιάσει τη δική του για να πάρει εκδίκηση γι’ αυτήν, ο Λεπορέλο σχεδόν σκοτώνεται… Αλλά φυσικά ο θάνατος, που αποτελεί την πολυαναμενόμενη κορύφωση στην οποία οδηγείται η όπερα, είναι αυτός του ίδιου του Ντον Τζοβάνι –γίνεται αναπόφευκτος και μάλιστα επιθυμητός από τον ίδιο, καθώς επιλέγει τον θάνατο, ακόμη και την Κόλαση, από το να απαρνηθεί το ποιος είναι– καθώς η ατομικιστική απειλή της πλήρους, ανεξέλεγκτης ελευθερίας την οποία αυτός αντιπροσωπεύει μπορεί να εξαφανιστεί μόνο με τον θάνατό του. Ο θάνατός του είναι μια έκφραση τάξης που επαναβεβαιώνεται. Ολα τα ίχνη του εξαφανίζονται και η κοινωνία συνεχίζει».  

Μπορεί να ισχύει, μπορεί και όχι. Μπορεί να «εξαφανίζονται τα ίχνη» ή να παραμένουν ανεξίτηλα. Η κοινωνία, όμως, ούτως ή άλλως, «συνεχίζει».