ΑΠΟΨΕΙΣ

Στη σκιά των «ημιπιτσιρικάδων»

Το μίσος που διαχέεται με τόση ευκολία στην πολιτική αντιπαράθεση, που πολλαπλασιάζεται στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Ιστορίας μας, πλαίσιο για το αφήγημα κάθε εμπλεκόμενης πλευράς, κίνητρο για νέους διχασμούς. Οταν τα ζητήματα που μας χωρίζουν είναι σοβαρά, η ένταση μπορεί να είναι κατανοητή – όταν σχετίζεται με την παραμονή της χώρας στην Ε.Ε., για παράδειγμα. Οταν, όμως, η ακραία αντιπαράθεση αφορά ζητήματα που σε μιαν άλλη κοινωνία θα θεωρούνταν αυτονόητα, τότε οφείλουμε να αναζητήσουμε τις πηγές αυτής της κακοδαιμονίας.

Οι καταγγελίες για κατάχρηση εξουσίας και σεξουαλική κακοποίηση στο θέατρο, στον αθλητισμό και αλλού, οι επιπτώσεις της βαριάς χιονόπτωσης, το αίτημα ενός αμετανόητου δολοφόνου να επιλέξει τον τρόπο και τον τόπο φυλάκισής του, είναι ζητήματα που θα μπορούσαν να διεκπεραιωθούν από τις αρμόδιες δικαστικές και κρατικές υπηρεσίες, να μη γίνονταν αφορμή για ακραία πολιτική αντιπαράθεση. (Αναφέρομαι σε αυτά επειδή απασχόλησαν την κοινή γνώμη τις τελευταίες ημέρες.) Ασφαλώς, οι αποκαλύψεις που εμπλέκουν γνωστά ονόματα σε απαράδεκτες συμπεριφορές θα ενδιαφέρουν και θα συγκινήσουν την κοινωνία. Καιρός ήταν, εξάλλου, να βγουν στη φόρα πολλά που θεωρούνταν «φυσικά» σε κάποιους χώρους. Οσον αφορά την κακοκαιρία και τις παρατεταμένες διακοπές ηλεκτρισμού και ύδρευσης, αφενός αυτά συμβαίνουν παντού όταν υπάρχουν ακραίες καιρικές συνθήκες, αφετέρου, τα κενά στον σχεδιασμό, στην επιχειρησιακή ικανότητα και στην ενημέρωση, που επιδείνωσαν την κατάσταση, είναι χρόνια προβλήματα που όφειλαν να είχαν λυθεί εδώ και δεκαετίες. Στην περίπτωση του δολοφόνου, σε άλλη χώρα οι αρμόδιες υπηρεσίες θα αναγνωρίζονταν απ’ όλους ως υπεύθυνες για τη διαχείριση του εγκλεισμού του – δεν θα γινόταν θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης.

Από συστάσεως του ελληνικού κράτους, οι περισσότεροι πολιτικοί εξαντλούν τις όποιες δεξιότητες και την επιμονή τους στο να κατατροπώνει ο ένας τον άλλον. Αυτή η συμπεριφορά θα ήταν ανεξάντλητη πηγή ψυχαγωγίας, εάν δεν οδηγούσε στην αδιαφορία για την ευθύνη της καλής διακυβέρνησης και, συνεπώς, στην καλλιέργεια μιας αδύναμης δημόσιας διοίκησης και ενός μπερδεμένου κρατικού πλαισίου. Σε «κανονικές» συνθήκες, πολλοί πιστεύουν ότι η σύγχυση τους ευνοεί, καθώς το σύστημα ανέχεται την ανικανότητα και επιτρέπει τη διαφθορά. Τότε, οι αδυναμίες δεν είναι θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης. Οταν, όμως, προκύψει κρίση, φορτώνουμε τις ευθύνες στον αντίπαλο. Αυτός είναι ο ρόλος που γνωρίζουν τα κόμματα, σε αυτόν παραμένει παγιδευμένη η πολιτική ζωή.

Στην περίπτωση του δολοφόνου, η αντιπολίτευση δεν προσβλέπει απλώς στην ευκαιρία να καταγγείλει την κυβέρνηση ή για «απανθρωπιά», εάν η πολιτεία δεν υποχωρήσει, ή για «αποτυχία», εάν αυτή ενδώσει στις απαιτήσεις του κατάδικου. Το γεγονός ότι ένας δολοφόνος δοξάζεται από μια έστω πολύ μικρή μειοψηφία ναρκισσευόμενων «ημιπιτσιρικάδων» (αυτός ο νεολογισμός θα αποδειχθεί θησαυρός για τις πολιτικές, κοινωνικές και ιατρικές επιστήμες στην Ελλάδα) και γίνεται θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης, αναδεικνύει μιαν άλλη μεγάλη πληγή: όταν το κράτος παραμένει αδύναμο και οι ευθύνες του κατακερματισμένες, προς όφελος των κομμάτων και κυρίως των κυβερνήσεων, τότε ουδείς έχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αφού ο καθένας κατηγορεί τον άλλο για κατάχρηση και υπονόμευση των θεσμών, γιατί οι αντιεξουσιαστές να μη θεωρούν ότι δικαιούνται να απαιτούν την εφαρμογή των νόμων που τα ινδάλματά τους παραβίασαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο; Ο τρομοκράτης και η συμμορία του επιχείρησαν για πολλά χρόνια να πατήσουν πάνω σε ένα ρομαντισμό που θεωρούσαν ότι πηγάζει από τους μυθικούς κλέφτες και αρματολούς (και αργότερα ληστές) που μάχονταν κατά κατακτητών, κατά των ΗΠΑ, κατά του καπιταλισμού κ.λπ. Μετέτρεψαν το παραλήρημά τους σε αιτία δολοφονιών, σε άρρωστη αναζήτηση δόξας. Η ελληνική κοινωνία ωστόσο προχώρησε, αφομοίωσε τις διαφορετικές τάσεις και ομάδες της, έλυσε τα σημαντικότερα προβλήματά της (αποφασίζοντας για το πολίτευμα και τη γλώσσα, με την ένταξη στην Ε.Ε.). Μπορεί να αντιμετωπίσει τις σημερινές μεγάλες προκλήσεις χωρίς σοβαρούς διχασμούς. Και όμως, οι αυτοματισμοί της πολιτικής αντιπαράθεσης επιτρέπουν σε δευτερεύοντα ζητήματα να μας αποπροσανατολίζουν, να μας αποδυναμώνουν συνεχώς.