ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

diataseis

Προοπτικές εκτροπής

Η απροετοίμαστη ελληνική κοινωνία, όπως θα μπορούσε κανείς εύκολα να προβλέψει, υποδέχθηκε το #MeToo όχι μόνο με χρονοκαθυστέρηση, αλλά και με μια ακατανίκητη τάση να το εκτρέψει. Αυτό που παρακολουθούμε να συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στη δημόσια σφαίρα είναι μια έκρηξη ασχετοσύνης και ανοησίας, που απειλεί να καλύψει την επιτακτική ανάγκη για δικαιοσύνη με ένα κακόγουστο κέντημα ναρκισσισμού, ατομικών συμφερόντων και άκαιρης πολιτικολογίας. Τα πράγματα δεν οδεύουν στην κατεύθυνση που θα έπρεπε και ενδέχεται να οδηγήσουν το κίνημα εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, ίσως και πιο πίσω.
 

Το αυτογκόλ της εξαπάτησης

Δηλώνοντας εξαπατημένη από τον Δημήτρη Λιγνάδη, η υπουργός Πολιτισμού δεν κατάλαβε ότι παραδέχθηκε εμμέσως πως θα μπορούσε και να μην εξαπατηθεί. Η εξαπάτηση προϋποθέτει συμμετοχή, ένα ρόλο –έστω και παθητικό– στην όλη ιστορία της απάτης, που κάποιος πιο προσεκτικός από αυτή θα είχε φροντίσει να αποφύγει. Ουσιαστικά, η υπουργός άνοιξε μόνη της την πόρτα στην αναγωγή της υπόθεσης σε πολιτικό επίπεδο και ενεπλάκη προσωπικά και αυτοβούλως σε αυτήν. Αν εξαπατήθηκε, αυτό σημαίνει πως κάτι ψευδές της παρουσιάστηκε ως αληθές χωρίς αυτή να το διασταυρώσει. Μην έχοντας κάποια ικανοποιητική εξήγηση για την αδυναμία της να ελέγξει τον Λιγνάδη, τον οποίο μάλιστα η ίδια διόρισε, μένει μόνη με την ευθύνη της κακής της κρίσης. Την οποία όμως δεν αναλαμβάνει.
 

Ελλειψη μέτρου

Την ίδια ώρα, η οριακά κωμική αναφορά της στην υποκριτική τέχνη του ηθοποιού ως παράμετρο που συνέβαλε στην εξαπάτησή της (!), αλλά και ο χαρακτηρισμός του «επικίνδυνου» που του απέδωσε, έρχονται σε αντίθεση με την ουδέτερη στάση της απέναντι στον ηθοποιό – σκηνοθέτη μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σύμφωνα με την υπουργό, μέχρι να υποβληθούν επίσημες καταγγελίες εναντίον του δεν είχε ιδέα για τη φήμη του στην κοινότητά του, αλλά μόλις υποβλήθηκαν, όχι απλώς ένιωσε εξαπάτηση, αλλά κατέστη και βεβαία για μια επικινδυνότητα που μέχρι προ ολίγου ούτε καν υποψιαζόταν. Και όπως παρέλειψε να καταλάβει εγκαίρως ποιος ήταν ο Λιγνάδης, η υπουργός παρέλειψε να αφήσει τις υποκειμενικές κρίσεις της για έναν άνθρωπο, που πλέον ελέγχεται ποινικά, εκτός του δημόσιου και θεσμικού λόγου της.
 

Πολιτικοποίηση και εκχυδαϊσμός

Η κακοήθης εκστρατεία που ακολούθησε εναντίον της υπουργού αλλά και του Κυριάκου Μητσοτάκη από επίσημες και ανεπίσημες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία έφτασε μέχρι το σημείο να τους εμπλέξει βλακωδώς και συκοφαντικά σε φερόμενα ως τελεσθέντα εγκλήματα, έχει ελάχιστη σχέση με το #MeToo κι ακόμη λιγότερη με τη δικαιοσύνη. Η δυναμική ενός λυτρωτικά επαναστατικού κινήματος, που χτίστηκε επ’ αγαθώ, χρησιμοποιήθηκε ύπουλα και υστερόβουλα ως δούρειος ίππος για μια διαβολή που δεν αποβλέπει καν σε συγκεκριμένο πολιτικό όφελος. Μόνο σε τυχοδιωκτικά χτυπήματα που ελπίζουν να αποβούν όσο πιο καταστροφικά γίνεται. Φυσικά, η ζημιά από την πολιτικοποίηση εγκλημάτων δεν επηρεάζει επί της ουσίας ούτε την κυβέρνηση ούτε την αντιπολίτευση, αλλά τα θύματα κακοποίησης, που παρακολουθούν την πειρατεία της δικής τους στιγμής. Το κοινωνικό κίνημα υποβιβάζεται σε πολιτικό εργαλείο αλληλοεξόντωσης.
 

Χαλασμένες πυξίδες

Η άμετρη και χρησιμοθηρική μεταχείριση της υπόθεσης Λιγνάδη αποπροσανατολίζει από το ρεύμα αποκαλύψεων που ενέπνευσε η Σοφία Μπεκατώρου με έναν αντικειμενικό στόχο: την πρόσβαση των θυμάτων κακοποίησης από ισχυρούς παράγοντες στο δικαίωμα της καταγγελίας και εντέλει στη δικαιοσύνη. Οι προσωπικές έριδες, οι κομματικές διαφορές, τα συντεχνιακά συμφέροντα και οι σεξουαλικές προτιμήσεις θυμάτων και δραστών είναι πληροφορίες δευτερεύουσες έως και παντελώς αδιάφορες. Αντιθέτως, οι εξουσιαστικές σχέσεις, η βία και η απουσία συναίνεσης είναι οι βασικοί παράγοντες που πρέπει να μας απασχολούν καθώς εμβαθύνουμε στον ζοφερό κόσμο της κακοποίησης. Καθετί άλλο αποτελεί περιττό θόρυβο.
 

Ευκαιρία για εμφύλιο

Δυστυχώς, σαν από αδυναμία να συγκεντρωθούν και να πειθαρχήσουν σε ένα σκοπό ανώτερο από τους συνηθισμένους τους ή, ακόμη πιο απογοητευτικά, από απλή ασυνειδησία, τα δημόσια πρόσωπα της χώρας αποδείχθηκαν σε μεγάλο βαθμό κατώτερα των περιστάσεων. Ηθοποιοί και σελέμπριτι σε αυτοαναφορικούς τηλεοπτικούς μονολόγους με όψιμη ακτιβιστική χροιά, σωματεία με ψευδαισθήσεις μεγαλείου και πολιτικές βλέψεις και δημοσιογράφοι αγκαλιά με αποθρασυμένους πολιτικούς και νομικούς μετατρέπουν τη συγκυρία σε καρναβάλι ματαιοδοξίας. Παράλληλα, διενεργείται μια αδιανόητη αλλοίωση εννοιών και καταστάσεων. Η ομοφυλοφιλία συγχέεται με την παιδοφιλία, οι ΜΚΟ στιγματίζονται ως εξ ορισμού διεφθαρμένες και οι κοινωνικές γνωριμίες μετατρέπονται σε τεκμήρια συνενοχής και συγκάλυψης. Προπαγάνδα, φωτομοντάζ και ψευδολογία συνθέτουν ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα που απλώς έψαχνε ευκαιρία να ξεσπάσει. Στο τέλος της ημέρας, η κακοποίηση δεν βρίσκεται καν στο κάδρο.
 

Η μεγάλη εικόνα

Η έκταση της υπόθεσης Λιγνάδη και οι φρικώδεις λεπτομέρειές της δεν πρέπει να μας απευαισθητοποιήσουν απέναντι στην κακοποίηση ως γενικότερη πραγματικότητα, ακόμη κι αν η γενικότερη πραγματικότητα δεν περιλαμβάνει πάντα τόσο σοκαριστικές πτυχές. Το #MeToo είναι τόσο ισχυρό όσο η σημασία που δίνουμε στη λιγότερο γαργαλιστική και προβεβλημένη καταγγελία του. Γι’ αυτό και είναι έντονη η ανάγκη να συνεχίσουμε να βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα, όσο δελεαστικό κι αν είναι να αφήσουμε την επικαιρότητα να την απορροφήσει. Η κακοποίηση είναι ένα διαχρονικό σύστημα προς πάταξη, όχι ένα φλεγόμενο σκάνδαλο προς κατανάλωση.