ΑΠΟΨΕΙΣ

Θοδωρής Δρίτσας: Τρόμος

thodoris-dritsas-tromos0«Γιατί;» ρωτάνε. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την τροχιά που χαιρέκακα προέβλεπαν οι αντίπαλοί του, προδίδοντας μια πολιτικώς ζημιογόνο πρεμούρα για την υπεράσπιση του Κουφοντίνα; Δεν αντιλαμβάνονται το πολιτικό κόστος που μπορεί να συνεπάγεται η στάση τους σε ένα τόσο εύφλεκτο θέμα;

Το ερώτημα μοιάζει δευτερεύον αν το αντιπαραβάλει κανείς με τις εικόνες τα τελευταία 24ωρα από το κέντρο της Αθήνας. Το «γιατί» που αξίζει να απαντηθεί είναι γιατί βρίσκονται εκατοντάδες άνθρωποι στοιχισμένοι πίσω από ένα πανό που εγκωμιάζει δολοφονίες (αντιγράφοντας, μάλιστα, το σλόγκαν με το οποίο ο πιο δεινός από τους δολοφόνους είχε επιχειρήσει να πουλήσει τα εγκλήματά του ως pulp fiction).

Η απάντηση σε αυτό το «γιατί» μόνον άσχετη δεν είναι με τον ακτιβισμό υπέρ του απεργού πείνας. Δεν λείπουν από το ρεύμα της υποστήριξης φωνές γνησίως φιλελεύθερου ανθρωπισμού. Αυτές, όμως, είναι η εξωραΐζουσα εξαίρεση, την οποία σφετερίζονται ως άλλοθι όσοι μετέχουν στην επιχείρηση αφύπνισης του ρεύματος που τουλάχιστον συγχωρεί τη βία.

Την απάντηση την έδωσε, ανασύροντάς την από τα έγκατα της πρώιμης μεταπολίτευσης, ο Θοδωρής Δρίτσας. «Δεν τρομοκράτησε κανέναν η “17 Νοέμβρη”» είπε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Παρότι προσπάθησε σε δεύτερο χρόνο να σιδερώσει τη δήλωση, η άποψη που εξέφρασε στο ραδιόφωνο ήταν γνώριμη. Πρόκειται για έναν από τους πιο μασημένους κοινούς τόπους που άκουγε κανείς όταν η 17Ν ήταν ακόμη ενεργή. Δεν σκοτώνει, έλεγαν, κανονικούς ανθρώπους. Σκοτώνει κεφαλαιοκράτες, βασανιστές, ιμπεριαλιστές και –ναι, αυτό το παραδέχτηκε και ο Δρίτσας– δεξιούς.

Ο ορισμός της τρομοκρατίας εξαρτιόταν, έτσι, όχι μόνον από το πλήθος, αλλά και από τα φρονήματα των πτωμάτων. Τους φόνους του Κουφοντίνα δεν έπρεπε να τους φοβάσαι, γιατί ήταν χειρουργικοί. Πράγμα που δεν μπορεί παρά να καταλήγει στη σκέψη ότι τα θύματά του δεν ήταν αθώα. Οι άνθρωποι που σκοτώθηκαν δεν ήταν εντελώς άνθρωποι.

Τα ίδια έλεγε και η Χρυσή Αυγή. Η βία μας δεν είναι κακή βία διότι δεν χτυπάμε Ελληνες. Χτυπάμε μαύρους. Μέχρι που μαχαίρωσαν τον Φύσσα. Η 17Ν έλεγε ότι δεν χτυπάει απλούς, λαϊκούς ανθρώπους. Σκοτώνει καθάρματα του συστήματος. Μέχρι που σκότωσε τον Αξαρλιάν. Κανένας από αυτούς τους θανάτους δεν ήταν ατύχημα. Οταν περιφρονείς μία ζωή, τις έχεις ήδη περιφρονήσει όλες – και κυρίως αυτές που «ξοδεύεις» ως παράπλευρες απώλειες. Αυτός είναι ο τρόμος.

Επιστρέφοντας στα «γιατί;» της αρχής, οφείλει κανείς ευγνωμοσύνη στον Δρίτσα διότι φώτισε χωρίς περιφράσεις αυτές τις αναλογίες: η Χρυσή Αυγή είναι στη φυλακή, έλεγαν, αλλά ο χρυσαυγιτισμός δεν εξέλιπε. Το ίδιο ισχύει και για το άλλο άκρο των εχθρών της Δημοκρατίας. Η πολιτική υποκουλτούρα που ανέχθηκε και υπέθαλψε τη 17Ν δεν εξαρθρώθηκε μαζί της. Και είναι τόσο εμπεδωμένη, που κάνει κάποιους να αγνοούν ακόμη και το πολιτικό τους συμφέρον.